Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

"Επ' ελπίδι Αναστάσεως…"


Του
Γεωργ
ίου Ι. Ανδρουτσοπούλου

Δικηγόρου – Διδάκτορος Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών


Συνήθη εικόνα αποτελεί τα τελευταία χρόνια η τέλεση, ανήμερα του Πάσχα, στα διάφορα κοιμητήρια της χώρας αναστάσιμων τρισαγίων, τα οποία ραγίζουν χαρμοσύνως την εύλαλη σιωπή που εκεί επικρατεί. Με τον τρόπο αυτό θέλει η Ορθόδοξη Εκκλησία, δίχως αμφιβολία, να μεταφέρει συμβολικά και στα «κεκοιμημένα» μέλη της το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, στο οποίο συμπυκνώνεται η ουσία και η αλήθεια σύνολης της ορθόδοξης θεολογίας! Δεν είναι λίγες μάλιστα οι περιπτώσεις εκείνες που πάνω στην πλάκα που σκεπάζει τα μνήματα διακρίνει κανείς τη φράση «προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών…», η οποία συνοδεύει το άψυχο σώμα, το τελευταίο αυτό υπόλειμμα της φυσικής μας παρουσίας, στο εξόδιο διάβα του από τον κόσμο αυτόν της φθαρτότητας στην προοπτική της αιωνιότητας…


Αυτή η πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ανάσταση ψυχών και σωμάτων δικαιολογεί, σε μεγάλο βαθμό, τον σεβασμό της στην ιερότητα του ανθρώπινου σώματος και εξηγεί συνακολούθως την εθιμική επιλογή της να δέχεται την ταφή, και όχι την καύση, του νεκρού σώματος. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία το νεκρό σώμα γίνεται λείψανο, που απαιτεί μεγαλύτερο σεβασμό. «Η διαδικασία της φυσικής φθοράς», γράφει σύγχρονος Επίσκοπος, «πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ο Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο Ίδιος προνοεί ή η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του» (βλ. Αρχ. Νικολάου [Χατζηνικολάου], Μητρ. ήδη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, «Καύση νεκρών: Αμετάκλητη λήθη ή αιώνια μνήμη;», Καθημερινή της Κυριακής, 17.1.1999).


Στη χώρα μας δεν υπήρχε, μέχρι πρότινος, η δυνατότητα επιλογής της καύσεως, αντί της ταφής. Η δυνατότητα αυτή κατοχυρώθηκε νομοθετικώς για όσους οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις επιτρέπουν τη, μετά θάνατον, αποτέφρωση του σώματος με το άρθρο 35 του ν. 3448/2006 (Ε.τ.Κ. Α' 57/15.3.2006), όλως δε προσφάτως εκδόθηκε, κατά νομοθετική εξουσιοδότησή του, το με αριθ. 31/2009 Προεδρικό Διάταγμα (Ε.τ.Κ. Α' 49/23.3.09) υπό τον τίτλο «Προϋποθέσεις καθορισμού των χώρων δημιουργίας κέντρων αποτέφρωσης νεκρών, όροι και έλεγχος της λειτουργίας τους και ειδικότερες προϋποθέσεις για την αποτέφρωση νεκρών», με το οποίο καθίσταται, εν τοις πράγμασι, δυνατή η εφαρμογή του νόμου. Σύμφωνα με την Αιτιολογική του Έκθεση, τη συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία επέβαλε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 13 Σ. 1975, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία.


Ωστόσο, είναι προφανές ότι αυτός ο ίδιος ο νόμος προσβάλλει τη θρησκευτική ελευθερία των μελών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα οποία δεν μπορούν, εφόσον τυχόν το επιθυμούν, να επιλέξουν την καύση, αντί της ταφής, και τούτο διότι η ορθόδοξη παράδοση προκρίνει την ταφή του νεκρού σώματος. Είναι προφανές ότι όφειλε η Πολιτεία, αντί να ερωτοτροπεί με τη μομφή της εισαγωγής αδικαιολόγητων διακρίσεων, να κατοχυρώσει νομοθετικώς τη δυνατότητα της καύσεως για όλους όσοι έχουν τυχόν, ρητώς και αποδεδειγμένως, εκφράσει τη σχετική επιθυμία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τα σχετικά προστάγματα των θρησκευτικών κοινοτήτων στις οποίες αυτοί ανήκουν. Αυτό βεβαίως δεν θα εμπόδιζε σε τίποτα την Ορθόδοξη Εκκλησία να εξακολουθήσει να προτρέπει τα μέλη της να επιλέγουν την ταφή, ως τον ορθόδοξο τρόπο για τη, μετά θάνατον, διάθεση του σώματός τους, και συνεπώς να επιβάλει, στο πλαίσιο εφαρμογής της θρησκευτικής ελευθερίας για αυτήν την ίδια πλέον, τις τυχόν κανονικές συνέπειες (π.χ. στέρηση εκκλησιαστικής κηδεύσεως ή άλλης ιερολογίας) σε εκείνους που, παρά το ότι δηλώνουν μέλη της, επιλέγουν πρακτικές, οι οποίες δεν συνάδουν με το ήθος και την παράδοσή της. Άλλωστε, είναι αυτονόητο ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να εξαναγκάσει αυτούς που είναι ξένοι με τη ζωή και την εμπειρία της να ακολουθήσουν πρακτικές που η ίδια διδάσκει και υιοθετεί, για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτό θα αντέβαινε στον πυρήνα της διδασκαλίας της, που συνοψίζεται στο «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν».


Την ίδια στιγμή όμως η Εκκλησία δεν είναι υποχρεωμένη να ανέχεται μία «a la carte» έκφραση της θρησκευτικής ελευθερίας, που συνίσταται στο ότι δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιθυμούν «και τούτο ποιήσαι, κακείνο μη αφιέναι». Δηλαδή, επιλέγουν μεν, λόγου χάρη, τον πολιτικό γάμο, που η Εκκλησία καταδικάζει, αξιώνουν όμως για τα τέκνα τους την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος· ζητούν να έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν για τη, μετά θάνατον, τύχη του σώματός τους μη θρησκευτικές εκφράσεις, όπως είναι η αποτέφρωση, θέλουν όμως συγχρόνως να τηρηθεί η εκκλησιαστική τυπολογία της εξοδίου ακολουθίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διοικείται από τη δική της εσωτερική δικαιοταξία κανόνων, σύμφωνα με το δικαίωμα της αυτοδιοικήσεως, το οποίο αποτελεί παρακολούθημα της, εν τοις πράγμασι, ασκήσεως της θρησκευτικής της ελευθερίας. Συνεπώς, εναπόκειται, δίχως αμφιβολία, στη διακριτική της ευχέρεια να εφαρμόζει για όσους επιθυμούν να ενταχθούν στο σώμα της τους δικούς της κανόνες, τους οποίους και αυτοί με τη σειρά τους οφείλουν να σέβονται. Σε διαφορετική περίπτωση, η θρησκευτική ελευθερία τους αναγνωρίζει το δικαίωμα της, οποτεδήποτε και απροϋπόθετης, μεταβολής των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, και συνεπώς της εκουσίας αποκοπής τους από το σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της ένταξής σε οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική κοινότητα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...