Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και τεκμηριωμένη μελέτη του δικηγόρου Γεωργίου Ι.Ανδρουτσοπούλου



του Γεωργίου Ι. Ιατρού, Διδάκτορος Εκκλησιαστικού Δικαίου Νομικής Σχολής Αθηνών - Δικηγόρου 


Αποτελεί κοινό τόπο ότι καθ’ όλο το διάστημα της λειτουργίας του ο Άρειος Πάγος προσέφερε και συνεχίζει να προσφέρει σημαντικό έργο στην υπηρεσία της απονομής της δικαιοσύνης. Ο ρόλος του αυτός είναι διττός. Αφενός μεν συντονιστικός της εφαρμογής του δικαίου από τα κατώτερα δικαστήρια, εξασφαλίζοντας έτσι την ενότητά του και την ομοιόμορφη εφαρμογή του, αφετέρου δε προσδιοριστικός του τί είναι τελικώς αυτό που ισχύει μέσα στην αβεβαιότητα της πολυνομίας των, πολλές φορές, αλληλοσυγκρουόμενων ρυθμίσεων, αλλά και των πολλών κενών που αυτές αφήνουν. Αποτυπώματα του έργου αυτού είναι εμφανή και στον τομέα του εκκλησιαστικού δικαίου, ειδικώς δε στην προβληματική της θρησκευτικής ελευθερίας, την έννοια της οποίας επιχείρησε, με ποικίλες αφορμές, να σημασιοδοτήσει. Τα σχετικά ζητήματα έχουν επί μακρό και σε μεγάλη έκταση απασχολήσει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο κλήθηκε επανειλημμένως να διορθώσει νομοθετικές κακοτεχνίες, να συμπληρώσει νομοθετικά κενά, να επικυρώσει ή να απορρίψει δικανικούς συλλογισμούς, να εναρμονίσει, παγιωμένες στην εγχώρια νομολογιακή πρακτική, κρίσεις με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τη διεθνή δικαστηριακή τάση.





Το ζήτημα της προσέγγισης της θρησκευτικής ελευθερίας μέσα από τη νομολογία του Αρείου Πάγου και, ακριβέστερα, η μελέτη του τρόπου με τον οποίο αυτό έχει σχηματοποιήσει από την ίδρυσή του μέχρι και σήμερα, το εννοιολογικό περίγραμμά της, επομένως και όλων εκείνων των αόριστων νομικών εννοιών που συνθέτουν και σημασιοδοτούν την ταυτότητά της επιχειρεί να αναδείξει και να ερμηνεύσει στην προκείμενη μονογραφία του, εμπλουτισμένη εκδοχή της διδακτορικής του διατριβής, ο κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Με το ξεχωριστό αυτό μελέτημα εγκαινιάζεται η σειρά των «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» των Εκδόσεων Αντ.Σάκκουλα, η οποία ιδρύθηκε το 1999 από τον καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη. Η νέα σειρά περιλαμβάνει διδακτορικές και μεταδιδακτορικές εργασίες νέων επιστημόνων και ερευνητών, προεχόντως δε διδακτορικές διατριβές εγκεκριμένες από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο γνωστικό αντικείμενο του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Αξίζει να σημειωθεί πως το ξεκίνημα της νέας αυτής σειράς κατέστη δυνατή χάρη στην οικονομική αρωγή του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.





Η μελέτη της νομολογίας γενικώς παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον τόσο για τους θεωρητικούς όσο, ιδίως, για τους εφαρμοστές του δικαίου, δικαστές και δικηγόρους. Για τους πρώτους, διότι αποτελεί τον τρόπο για να διακριβώσουν την αντοχή των θεωρητικών κατασκευών μέσα στον εύπλαστο και συγχρόνως ρευστό κόσμο της νομολογίας, ο οποίος αποτελεί, δίχως αμφιβολία, χώρο δοκιμασίας των θεωρητικών απόψεων και για τους δεύτερους, διότι υποδεικνύει σε αυτούς την κρατούσα, ερμηνευτική ή διαπλαστική, προσέγγιση των διάφορων νομοθετικών διατάξεων. Ειδικώς, για το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, αυτό που, prima facie, εντοπίζει κανείς είναι ότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο βρίθει αόριστων νομικών εννοιών, οι οποίες έχουν ανάγκη συγκεκριμενοποιήσεως κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων (π.χ. χρηστά ήθη, δημόσια τάξη, ευκτήριος οίκος, αθέμιτα μέσα, πνευματική αδυναμία, κουφότητα, γνωστή θρησκεία, κακόβουλη βλασφημία, διατάραξη, συμφέρον του τέκνου κ.λπ.).





Η έρευνα της παρούσας εργασίας εκτείνεται χρονικώς από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα από την 1η Μαΐου 1835, όταν και δημοσιεύθηκε η με αριθμό 1/1835 πρώτη απόφασή του και φτάνει μέχρι σήμερα με τελευταία απόφαση που παρατίθεται, την Α.Π. 17/2008 Ολομ. Περιλαμβάνει όλες τις αποφάσεις που εξέδωσε ο Άρειος Πάγος γύρω από την προβληματική της θρησκευτικής ελευθερίας και έχουν δημοσιευθεί σε νομικά περιοδικά ή άλλους τόπους. Η ερευνητική αυτή προσπάθεια καταλαμβάνει μία ευρεία χρονική περίοδο 170 και πλέον ετών. Ως εκ τούτου δεν χωρά αμφιβολία πως το ποσοτικό εύρος των αποφάσεων που τελικώς συγκεντρώθηκαν είναι, σε κάθε περίπτωση, ικανό και πρόσφορο να οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων τόσο για την εξελικτική πορεία που ακολούθησε ο Άρειος Πάγος στη διαμόρφωση του τρόπου, με τον οποίο αντιμετώπισε τα επί μέρους ζητήματα της θρησκευτικής ελευθερίας, όσο και για την επίδραση που άσκησε η όποια θέση του στις αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων.





Η συγκεκριμένη μονογραφία διαιρείται θεματικά σε δύο κύρια μέρη. Στο πρώτο μέρος (σ. 85-240), το οποίο αποτελείται από δύο επιμέρους κεφάλαια αναδεικνύεται και παρουσιάζεται το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας στη νομολογία του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο (σ. 85-194) αναλύεται η έννοια της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης αφενός μεν μέσα στα πλαίσια της αυτοδιοίκησης των επιμέρους θρησκευτικών κοινοτήτων (Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί [Παλαιοημερολογίτες], Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, Ευαγγελική Εκκλησία, Μουσουλμανική θρησκευτική κοινότητα), αφετέρου δε μέσα από τις λοιπές εκφάνσεις ανάπτυξης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου αυτού δικαιώματος, όπως είναι η ελευθερία επιλογής θρησκείας, το δικαίωμα της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως και ο όρκος. Στο δεύτερο κεφάλαιο (σ. 195-240) αποσαφηνίζεται η έννοια της ελευθερίας της λατρείας με συγκεκριμένες αναφορές στις περιπτώσεις ίδρυσης θρησκευτικών καταστημάτων γενικώς, στις περιπτώσεις ίδρυσης θρησκευτικών καταστημάτων ετεροδόξων και στην περίπτωση των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (παλαιοημερολογιτών).





Το δεύτερο μέρος (σ. 241-391), το οποίο αποτελείται από τρία επιμέρους κεφάλαια ασχολείται εναργώς με τους φραγμούς και τη διακινδύνευση της θρησκευτικής ελευθερίας στη νομολογία του Αρείου Πάγου. Έτσι, στο πρώτο κεφάλαιο (σ. 241-265) παρουσιάζονται τα στοιχεία εκείνα που αρκετά συχνά συνιστούν περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως οι έννοιες της «γνωστής» θρησκείας, της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται το ζήτημα των αντιρρησιών συνείδησης. Στο δεύτερο κεφάλαιο (σ. 266-316) διαφωτίζεται το μείζον ζήτημα του προσηλυτισμού και αναπτύσσεται σε όλες τις εκφάνσεις της η προβληματική που αυτό προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί στη νομολογία του Αρείου Πάγου, αλλά και στην πράξη. Τέλος, στο τρίτο κεφάλαιο (σ. 317-368) προσεγγίζεται η έννοια της προσβολής της θρησκευτικής ελευθερίας όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στους ποινικούς νόμους με τις μορφές της κακόβουλης βλασφημίας, της καθύβρισης θρησκευμάτων, της διατάραξης θρησκευτικών συναθροίσεων, της αφαίρεσης πραγμάτων αφιερωμένων στη θεία λατρεία και της αντιποίησης της υπηρεσίας θρησκευτικού λειτουργού.





Ακολουθεί (σ. 369-391) εκτενής συγκεφαλαίωση των συμπερασμάτων, αναδιατύπωση των τελικών πορισμάτων της έρευνας και μία συνολική αξιολόγηση της νομολογίας του Αρείου Πάγου, που σχετίζεται με την προβληματική της θρησκευτικής ελευθερίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο σημείο αυτό η επισήμανση του συγγραφέα ότι «στα ζητήματα της θρησκευτικής ελευθερίας ειδικώς, τα οποία είναι, από την ίδια τη φύση τους, λεπτά και δυσδιάκριτα στην προσέγγισή τους, δεν μπορεί κανείς πάντοτε με ασφάλεια να υποστηρίξει εάν η νομολογία βαδίζει σωστά ή απλώς συμμετέχει σε έναν αδιέξοδο πόλεμο χαρακωμάτων. Έτσι, αυτό που σε κάθε περίπτωση έχει σημασία είναι να ακολουθεί η νομολογία μία εξελικτική πορεία, στην προοπτική της ασφαλέστερης κατοχυρώσεως των ατομικών δικαιωμάτων». Ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά στον Άρειο Πάγο, τις δύο τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, αυτός προσεγγίζει, σε γενικές γραμμές, με μεγαλύτερη προοδευτικότητα και φιλελεύθερη διάθεση τα ζητήματα της θρησκευτικής ελευθερίας. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι στη νομολογία του αντανακλάται συγχρόνως η προσπάθεια του να ισορροπήσει μεταξύ της αναγνωρίσεως και πραγματώσεως της ελεύθερης αναπτύξεως της θρησκευτικής συνειδήσεως από τη μια και της ασκήσεως, κάποιας μορφής, κρατικού ελέγχου, αναγκαίου για την προάσπιση της δημόσιας τάξεως από την άλλη. Μία ισορροπία, πάντως, που ακόμα αναζητά την οριστική μορφή και έκφρασή της.





Άξια προσοχής είναι και η παρατήρηση του συγγραφέα πως το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία έχει προσδώσει κατά καιρούς ξεχωριστό ενδιαφέρον, αλλά και συγκρουσιακές διαστάσεις στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας στη χώρα μας. Επομένως, η ενασχόληση με αυτό δεν πρέπει να περιορίζεται μονάχα στο εάν πληρούνται οι «στενές» και ενίοτε ανελαστικές προϋποθέσεις των νομοθετικών προβλέψεων και των ευρωπαϊκών επιταγών, αλλά να εκτείνεται και στον ρόλο που διαδραματίζει αναπόφευκτα στην πιο αποτελεσματική κατοχύρωσή του η ιδιαιτερότητα της εθνικής μας ταυτότητος, καθώς και η «ιδιομορφία» της πολιτιστικής μας παραδόσεως. Το γεγονός αυτό δεν ακυρώνει βεβαίως σε κάθε περίπτωση την ανάγκη για πλήρη και σαφή διασφάλιση της θρησκευτικής ελευθερίας, που προβάλλει ολοένα και πιο επιτακτική ιδιαιτέρως στη σημερινή εποχή. Ως μόνος δρόμος επίτευξης του σκοπού αυτού προβάλλεται και με σαφήνεια προτείνεται η εναργής απόπειρα καθημερινής και θαρραλέας αντιμετωπίσεως των παραμέτρων που γεννά η θρησκευτική ελευθερία ως αναγνωρισμένο δικαίωμα και νόμιμη διεκδίκηση, χωρίς θέσφατα και στείρες αντιπαραθέσεις, οι οποίες και την ουσία του δικαιώματος ακυρώνουν και στη στρέβλωση του περιεχομένου του οδηγούν. 





Την μελέτη κατακλείουν λεπτομερής παράθεση (σ. 393-430) της βιβλιογραφίας, την οποία αξιοποίησε ο συγγραφέας, για να υποστηρίξει τη μελέτη του, και τέλος εύχρηστα και κατατοπιστικά ευρετήρια νομολογίας με δικαστικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου, επίσημες γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις λοιπών δικαστηρίων (σ. 431-442).




Το ευρύτερο εγχείρημα, το οποίο αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας ο συγγραφέας μέσα από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας έχει από τη φύση του να αντιπαλέψει δύο σημαντικά ζητήματα: το πρώτο αφορά στο χρονικό εύρος, το οποίο έχει να διατρέξει, εκκινώντας από το 1835 και καταλήγοντας στο 2008 – καλύπτει δηλαδή μία χρονική περίοδο 170 και πλέον ετών. Το δεύτερο αφορά στην προσέγγιση και ερμηνεία αυτής καθ’ εαυτής της νομολογίας του Αρείου Πάγου, η οποία κινείται, σε σημαντικό βαθμό, περιπτωσιολογικά, αντιμετωπίζοντας κατά περίπτωση τους όρους που συνθέτουν την εννοιολογική ταυτότητα του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. Διαπλέκεται έτσι ένας ιδιότυπος «γόρδιος δεσμός» που όχι σπάνια αποτυπώνεται στην παροχή μίας διαβαθμισμένης προστασίας στις επιμέρους εκφάνσεις της θρησκευτικής ελευθερίας.




Ως προς το πρώτο ζήτημα ο ίδιος ο συγγραφέας ομολογεί πως η πρόσβαση στους τόπους δημοσιεύσεως των αρεοπαγιτικών αποφάσεων, ιδίως για το προ του 1890 χρονικό διάστημα, δεν ήταν πάντοτε ευχερής. Για τούτο, μολονότι καταβλήθηκε προσπάθεια να υπάρξει μία πλήρης καταγραφή της νομολογίας του Αρείου Πάγου πάνω στα ζητήματα της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από της συστάσεώς του μέχρι και σήμερα, είναι πιθανόν να έχουν παρεισφρύσει στην προσπάθεια αυτή αβλεψίες και παραδρομές.





Ως προς το δεύτερο ζήτημα αξίζει να επισημανθεί πως ο συγγραφέας με ουσιαστική ακρίβεια και χωρίς θεωρητικές περιττολογίες κατορθώνει να αναδείξει τις θεμελιώδεις παραμέτρους τού υπό διαπραγμάτευση αντικειμένου, αποσαφηνίζοντας ταυτόχρονα δυσερμήνευτες και εν πολλοίς συγκεχυμένες, ακόμα και για τους επαΐοντες, πτυχές του. Τούτο το κατορθώνει με την λεπτομερή ανάδειξη όλων των επιμέρους συνιστωσών του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας οδηγώντας τον αναγνώστη στο να κατανοήσει κατά πρώτον τα ιστορικά, πολιτικά, πολιτισμικά και θρησκευτικά αίτιά του και κατά δεύτερον να αντιληφθεί ότι για να είναι ουσιαστική και αποτελεσματική η προσπάθεια προσέγγισής του οφείλει να είναι εναργής, ρηξικέλευθη και ανατρεπτική στη βάση της.





Η επισκόπηση της σχετικής νομολογίας οδηγεί στη συμπερασματική κρίση ότι ο Άρειος Πάγος διακρίνεται σε σχέση με το πιο φιλελεύθερο Συμβούλιο της Επικρατείας, εξ απόψεως νομικής, από ένα θρησκευτικό συντηρητισμό. Εφαλτήριο τούτου αναδεικνύεται η a priori παραδοχή του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου ότι υπάρχει, ελέω Συντάγματος, ένα «θρησκευτικά ανεκτικό κράτος», αφού τα άρθρα 3 και 13 του Συντάγματος που δομούν, μεταξύ άλλων, το συνταγματικό πλαίσιο που αφορά στο θρησκευτικό φαινόμενο, έχουν αναγάγει τη θρησκεία, και δη την «επικρατούσα» Ορθόδοξη Εκκλησία σε θεσμό, ο οποίος τυγχάνει συνταγματικής προστασίας. Στο εσωτερικό αυτού του θεσμού ασκείται, ως εγγύησή του, το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίο, στο πλαίσιο ενός «θρησκευτικά ανεκτικού κράτους», ανέχεται την ύπαρξη θρησκευτικών μειονοτήτων. Την τελευταία, ωστόσο, εικοσαετία ο Άρειος Πάγος δείχνει, σε πλείστες όσες περιπτώσεις, να εγκαταλείπει, με διστακτικά πάντως βήματα, τη στάση αυτή, το γεγονός δε αυτό οφείλεται τόσο στις μειοψηφούσες θέσεις που αποτυπώνονται, κατά καιρούς, στις αποφάσεις του όσο και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο εξασφαλίζει, όχι πάντως απροϋποθέτως, μία αξιακή προτεραιότητα στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας.





Παράλληλα, η νομολογιακά περιπτωσιολογική προσέγγιση του ανωτέρω δικαιώματος άγει τον Άρειο Πάγο στην παροχή συχνά μίας διαβαθμισμένης προστασίας στις επιμέρους εκφάνσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, με αποτέλεσμα η κατοχύρωση του συνταγματικού αυτού δικαιώματος ούτε ομοιόμορφη να εμφανίζεται ούτε από την ίδια, φιλελεύθερη ή συντηρητική, λογική να εμφορείται. Στο πλαίσιο αυτό, η νομολογία του Αρείου Πάγου δεν παραλείπει άλλοτε να επαληθεύει τον ερμηνευτικό της χαρακτήρα και άλλοτε, πιο σπάνια, να επιβεβαιώνει τη δικαιοπλαστική της δύναμη.





Συγκεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως η μελέτη του κ. Γ. Ι. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ αποτελεί μία ολοκληρωμένη και εξαιρετικά τεκμηριωμένη έρευνα του δυσχερούς και σύνθετου ζητήματος, το οποίο πραγματεύεται. Η ανάπτυξή της κατορθώνει να αποκωδικοποιήσει και να προσδιορίσει κατά τρόπο κατανοητό και νομικά ακριβή το εννοιολογικό περίγραμμα της θρησκευτικής ελευθερίας και συνακόλουθα όλων εκείνων των αόριστων νομικών εννοιών που συνθέτουν τον ερμηνευτικό πυρήνα της πραγμάτωσής της. Έρχεται έτσι να καλύψει ένα ουσιαστικό κενό, τόσο βιβλιογραφικό όσο -το κυριότερο- και ερμηνευτικό, ενός δικαιώματος «ταλαιπωρημένου», άλλοτε από τις αγκυλώσεις και τα αδιέξοδα της νομικίστικης προσέγγισής του και άλλοτε από την άκριτη ελευθεριότητα τις άνευ όρων και προϋποθέσεων απόπειρας εφαρμογής του. 






Ο συγγραφέας επιτυγχάνει να μην αυτοπεριορίζεται στην τυπική ανάλυση του ζητήματος της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά με αφορμή την νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου να προχωρά στην εναργέστερη διερεύνηση αιτίων, δομών και ανακατατάξεων που επέφερε η κάθε φορά νομολογιακή προσέγγιση των εκφάνσεών του, τόσο στο καθαρά θρησκευτικό, όσο κυρίως στο κοινωνικό πεδίο. Ξεδιαλύνει έτσι στα μάτια του αναγνώστη ένα ζήτημα, από τη φύση του πολύπλοκο, στην ολότητα του και όχι απλώς σε επιμέρους πτυχές του, καθιστώντας τον κοινωνό των προβληματισμών του και συμμέτοχο στην προσπάθεια ερμηνείας του, είτε αυτός είναι εξειδικευμένος γνώστης του δικαίου είτε απλός μελετητής. Επιπρόσθετα, ας μην παροράται το γεγονός ότι η προκείμενη μελέτη αποτελεί ένα ουσιαστικό εργαλείο συγκεφαλαίωσης και αποθησαύρισης της σχετικής νομολογίας αποτελώντας εξαιρετικό βοήθημα τόσο για τον εφαρμοστή όσο και για τον ερμηνευτή του δικαίου. 

(via)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...