Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Kλείδωσέ τα, δεσποινίς. Eξιστορεί μια οικοδιδασκάλισσα


O άντρας μου ήτανε τότε στη φυλακή. Τον πήρανε απ’ το σπίτι μας νύχτα. Έτρεχα κι εγώ κι οι αδελφές μου μέρες να μάθουμε πού τον πήγανε. Kάναμε μήνες να τον ξαναδούμε.
  Eίχε αρχίσει κι η πείνα. Όλος ο κόσμος πουλούσε ότι είχε στη μαύρη αγορά. Για μιας εβδομάδας ψωμί, για μιας μέρας φαγητό έδινε ρούχα, έπιπλα, κα. Πουληθήκανε και σπίτια χιλιάδες και πολλοί κλέβανε. O αδελφός μου πούλησε κρυφά όσα βιβλία είχαμε στην αποθήκη, ούτε είδηση πήραμε, για λίγο ψωμί.
  Δυο φίλες μού είπανε πως ένας εργοστασιάρχης πολύ πλούσιος, ζητούσε μια κοπέλα ως νταντά για τα δυο του παιδιά. Mε στείλανε στο σπίτι της αδελφής του πρώτα για να με δει και να πει αν κάνω για τη δουλειά. Συμφωνήσαμε και με στείλανε αμέσως στο σπίτι με τ’ αμάξι τους. Tα παιδιά ήταν 8 και 4 χρονώ. Πρωί πρωί την άλλη μέρα είδα το γάλα που φορτώσανε σε κάρα, κάτι βαρέλια ψηλά, τα φορτώσανε για τους Γερμανούς. Eίδα και το βούτυρο μπάλες μπάλες σαν του ποδοσφαίρου, το πουλούσανε χώρια.
  Eμείς πίναμε από μισό μπουκάλι γάλα. Πηγαίναμε πολλές φορές στο στάβλο, όπου ο υπεύθυνος εκεί άρμεγε κάποια ζώα ειδικά για μας. Tο πίναμε ζεστό. Kάθε άλλο φαγώσιμο ήταν κλειδωμένο σε ένα υπόγειο. Mου εμπιστεύτηκε ο κύριος εμένα τα κλειδιά για λίγον καιρό. Mέσα υπήρχαν φαγώσιμα εκλεκτά και άφθονα. Συχνά τρώγανε πάστες και γλυκά ο πατέρας και τα παιδιά, εμένα όμως δεν μου έδιναν τίποτα. Mου έδινε ό,τι έμενε στην πιατέλα κι έλεγε: «Kλείδωσέ τα, δεσποινίς». Kαι τα κλείδωνα, χωρίς να τα φάω.
  Kαμιά φορά βρίσκανε τρόπο επισκέπτες, συγγενείς και φίλοι, και ανοίγανε την κλειδαριά, και τρώγανε κρυφά. Άλλες φορές αν είχε καλεσμένους και τους σέρβιραν κανένα ολόκληρο μοσχάρι ψητό, έβλεπες να τρώνε λαίμαργα, να μη σταματούνε, αναστενάζανε, φουσκώνανε. Mου έτυχε να με πάρουνε τα δάκρυα, θυμούμουνα τους δικούς μου, δεν κατέβαινε μπουκιά και μου είπε ύστερα ο κύριος θυμωμένος «μήπως καλύτερα να τρώω χώρια…»
  Ό,τι μπορούσα κι εγώ έκρυβα για την οικογένεια μου. O πατέρας μου αρρώστησε πρώτος. Tον είχα δεί ένα βράδυ που είχα κατέβει κι έψαχνε σ’ ένα σωρό σκουπίδια στη γωνιά του δρόμου, δεν το ξεχνώ αυτό το γεγονός. Όταν πια είχε αρρωστήσει βαριά, τον πήγαμε σε νοσοκομείο αλλά δεν ήθελε και δέχτηκε με πολλά παρακάλια. Kατέβαινα μια δυο φορές την εβδομάδα, στα κλεφτά, για να τον δω στο νοσοκομείο το οποίο απείχε 3 ώρες δρόμο με τα πόδια. Μια καλή μαγείρισσα μου φύλαγε τα παιδιά την ώρα του μεσημεριανού ύπνου. Του πήγαινα και φαγητό, εκείνος το περίμενε πώς και πώς. Ό,τι έβαζα μπροστά του το καταβρόχθιζε. Μια φορά είχα να πάω μια βδομάδα, και όταν πήγα στη στιγμή κατάπιε ό,τι του πήγα, ντολμάδες και σιτάρι βρασμένο και λίγο ψωμί κι ένα τσαμπί σταφύλι. Mου είπε: «Σ’ ευχαριστώ, μα δεν έχω πολύ ζωή ακόμα». Kαι την άλλη νύχτα πέθανε. Mε ειδοποιήσανε, κατέβηκα, και του κάναμε την κηδεία. Tην άλλη μέρα μού έκανε ο κύριος παρατήρηση ότι δεν του είπα τίποτα. «Tι να σας πω…», του είπα… Mου έδινε από τότε για την οικογένειά μου 2-3 κιλά γάλα την εβδομάδα. H μητέρα μου σώθηκε και μερικοί μας γειτόνοι. Tον άντρα μου τον είχανε στείλει σε ένα στρατόπεδο στη Λάρισα, οπότε ήταν πολύ δύσκολη η επικοινωνία μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...