Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

"Απλά και ωφέλιμα..."


ΠΡΑΞΗ 2Η

(Η Ντέση φεύγει από το αεροδρόμιο με την καμπαρτίνα στο χέρι, τσάντα κρεμαστή, στολή, αν υπάρχει, ταγιεράκι, κουρασμένη, αναμαλλιασμένη. Στέκεται στη σκηνή και ανασαίνει βαθιά. Βγάζει το κινητό της και τηλεφωνεί στους γονείς της. Κανένας δεν απαντά. Παραξενεύεται. Ξαναπροσπαθεί. Τη συναντά μια φίλη της).

Καίτη: Βρε, βρε σαν τα χιόνια…. Ντέση μου τι κάνεις; Πόσο καιρό έχω να σε δω…. Χαθήκαμε!
Ντέση: Καίτη μου, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! Α, τι καλή που είσαι!.... Αλλά μ’ αυτό το χάλι που ’χω, ούτε να χαρώ δεν μπορώ…
Καίτη: Γιατί, τι έγινε, τι σου συμβαίνει; (την κοιτάζει). Καλέ, εσύ είσαι χάλια, έτοιμη να καταρρεύσεις. Τι έχεις, τι έπαθες…; Κάθισε λίγο εδώ να τα πούμε, να συνέλθεις.
Ντέση: Από πού ν’ αρχίσω, Καίτη μου. Τι μέρα ήταν αυτή; Δέκα χρόνια στα αεροδρόμια, πρώτη φορά είδα τέτοια κόλαση. Κυριολεκτικά, είδα την κόλαση με τα ίδια μου τα μάτια…. Τι κακό ήταν αυτό; Και να δεις που όλο το πρωί είχα ένα κακό προαίσθημα…. Με το που μπαίνω στο αεροδρόμιο, ένας χαμός. Κόσμος, φωνές, βαλίτσες στοίβες, βουνά. Πηγαίνω στο γκισέ, ουρές χιλιόμετρα και όλοι τους εξαγριωμένοι και απειλητικοί.
Καίτη: Μα καλά, τι συνέβηκε;
Ντέση: Κανένας δεν ξέρει ακόμα, κανένας δεν κατάλαβε τίποτα. Και τώρα, που έφυγα, ακόμα χαλασμός γίνεται και κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει το παραμικρό. Από την πτήση των 12 έλειπε ο πιλότος. Άφαντος… πουθενά. Ούτε σπίτι του, ούτε στο αεροδρόμιο. Πάει αυτή η πτήση, καθυστέρηση. Όμως και από την πτήση των 11 και μισή, που υποτίθεται ότι είχε κλείσει, ξαφνικά εξαφανίστηκαν τρεις επιβάτες. Πουθενά κι αυτοί, άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Πού να φύγει το αεροπλάνο με τρεις επιβάτες εξαφανισμένους…; Φοβάται ο κόσμος… σου λέει τι έγινε…. Εκεί κι αυτό. Άλλη καθυστέρηση, πίσω όλοι στο αεροδρόμιο. Μετά ακυρώσεις, ματαιώσεις.
Καίτη: Τι λες, βρε παιδί μου, τι είναι όλ’ αυτά…;
Ντέση: Και δε σου είπα τίποτα ακόμα. Από το Παρίσι ο Γάλλος πιλότος δηλώνει ότι του λείπουν δύο επιβάτες. Μιλάει για λάθος καταμέτρηση, φοβάται για τρομοκρατική επίθεση…. Ο πύργος ελέγχου του λέει γύρνα πίσω αμέσως στο Παρίσι. Άλλο αυτό, ακύρωση της πτήσης… Η Pan-Am δηλώνει εξαφάνιση τριών επιβατών της από το Transit. Καθηλώνεται κι αυτή κάτω. Η πτήση για Αμερική ματαιώνεται. Η Λουφτχάνσα μας στέλνει σήμα και δηλώνει απώλεια πληρώματος. Δε βρίσκουν μια αεροσυνοδό. Φοβούνται ατύχημα και επιστρέφουν Φρανκφούρτη. Ήρθε ο υπουργός, ήρθε ο εισαγγελέας. Άστα, κόλαση σου λέω, παιδί μου. Πέφτουν και οι καλοί σου οι δημοσιογράφοι, που φυτρώνουν παντού σα μαϊντανός, και ήρθε κι έδεσε το σιρόπι….
(Πιάνει το κεφάλι της με απόγνωση, φοβισμένη).
Τα ‘χω χαμένα, Καίτη. Γιατί συμβαίνουν όλ’ αυτά, τι σημαίνουν όλ’ αυτά… γιατί σήμερα, γιατί όλα μαζί; (Σιωπή) Ξέρεις, έχω ένα κακό προαίσθημα…
Καίτη: Έλα, Ντέση μου, τι κακό προαίσθημα και κουταμάρες; Είσαι διαλυμένη, έχεις υπερκόπωση και ένα κεφάλι καζάνι, αυτό έχεις. Να πας να ξεκουραστείς. Σου τύχανε πολλά και μαζεμένα σήμερα. Άντε να ξεμπλοκάρει το μυαλό σου, να κοιμηθείς 12 ώρες, και θα δεις, το πρωί όλα θα έχουν ξεκαθαρίσει και θα ’ναι όπως πριν και ακόμα καλύτερα. Περδίκι θα είσαι το πρωί.
Ντέση: Καίτη μου, σ’ ευχαριστώ, αλλά δεν είναι έτσι που τα λες. Πρώτ’ απ’ όλα δεν πάω σπίτι μου. Πηγαίνω για κάτι ψώνια και μετά έχουμε πρόβα στη χορωδία της εκκλησίας για τα κάλαντα την παραμονή το βράδυ. Είναι όμως και κάτι άλλο που με ανησυχεί. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Τηλεφωνώ στο σπίτι, στους δικούς μου. Δεν το σηκώνει κανείς. Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί. Δεν φεύγουν από το σπίτι για κανένα λόγο. Να πάνε πού δύο άρρωστοι άνθρωποι…; Πώς το εξηγείς αυτό;
Καίτη: Μα τι βάζεις με το άρρωστο μυαλό σου; Κοιμούνται οι άνθρωποι… τους πήρε ο ύπνος… Καλά ε… τώρα όλα στραβά τα βλέπεις…. Άσε τις χορωδίες και πήγαινε να ξεκουραστείς, γιατί βλέπω να σε τρέχουμε βραδιάτικα.
Ντέση: Δεν είναι έτσι που τα λες. Μακάρι να ’ταν έτσι… Εμένα όλ’ αυτά, άλλα μου λένε. Οι εξαφανίσεις απ’ όλο τον κόσμο…. Δύο εδώ… τρεις εκεί… ένας εκεί… οι γονείς μου που δεν απαντούν στο τηλέφωνο… δεν μπορεί να ξεκολλήσει το μυαλό μου απ’ αυτό!...
Καίτη: Αυτό; Ποιο αυτό;
Ντέση: (Την κοιτάζει παράξενα, εξεταστικά…) Άσε, καλή μου, μη σε φορτώνω κι εσένα με τα δικά μου. Θα πάω για λίγα ψώνια και θα συνεχίσω. Σ’ ευχαριστώ…. Πόσο χάρηκα που σε είδα… Καίτη μου… (χαιρετιούνται).
Καίτη: Να μη χαθούμε πάλι, ε; ΄Αντε, ξεκουράσου εσύ, και όλα θα πάνε καλά.

(Φεύγει, η Ντέση μένει μόνη στη σκηνή).

Ντέση: Θεέ μου, γιατί όλ’ αυτά σήμερα; … Γιατί δε φεύγει το μυαλό μου απ’ αυτή τη σκέψη; Είναι αλήθεια; Μπορεί να είναι αλήθεια; … Α, μια στιγμή, ο Χάρης, πώς δεν το σκέφτηκα; Θα πάρω το Χάρη στο κινητό. Α, Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου γι’ αυτή Σου τη βοήθεια. (Σχηματίζει το νούμερο του Χάρη). Έλα, Χάρη μου, απάντησέ μου, πιάσε το τηλέφωνο… Η κλήση σας προωθείται…. Χαρήκαμε! Ούτε ο Χάρης… αλλά αυτό μπορεί να μη σημαίνει τίποτα! Το ’χει κλειστό. Δε βοηθάει ο Χάρης. Άλλωστε, ποιος μου λέει ότι ο Χάρης είναι έτοιμος να φύγει… να πάει επάνω; Οι γονείς μου όμως; Αυτά είναι τα ωραία…. Τώρα τι κάνουμε…; Ταξί… ταξί!

(Αυλαία – Φώτα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...