Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

"Απλά και ωφέλιμα..."


Τα πράγματα έγιναν λίγο -λίγο και κατά στάδια . Στο αδιέξοδο μπορεί να φτάσανε ξαφνικά , μα δουλευότανε από καιρό . Ο Ντέιβιντ και η Μασάλ , ήτανε ένα νεαρό αντρόγυνο , τρία χρόνια γάμου , με ένα μωρό ,λίγων μηνών . Κατοικούσανε σε ένα μικρό διαμέρισμα κρατικό , σ ’ ένα προάστιο της Ιεριχώ , που . τώρα που γίνονται αυτές οι εξελίξεις , ήτανε η βιομηχανική ζώνη του Ισραήλ . Και οι δυο τους δουλεύανε σ ’ ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ανταλλακτικά αυτοκινήτων και αεροπλάνων και είχαν μια όχι δύσκολη δουλειά και με καλή μισθολογική αμοιβή , σε
πόντους . Είναι μερικά πράγματα που πρέπει να τα εξηγήσουμε , γιατί η εποχή μας με την εποχή τους έχουν κάποια απόσταση , όχι τόσο χρονική ,όσο κοινωνικής δράσης και λειτουργίας .Λίγο παρακάτω από το διαμερισματάκι τους έμενε ο πατέρας του Ντέιβιντ , ένα γεμάτο πραότητα γεροντάκι , που όποια ώρα και αν το επισκεπτόσουνα , ήταν μισοξαπλωμένο σ ’ ένα ντιβάνι και διάβαζε μια παλιά , φθαρμένη , και με πολλές υποσημειώσεις , Βίβλο . Ζούσε ασκητικά ,πάνω σ ’ ένα τραχύ ντιβάνι με λίγες κουβέρτες και τον φρόντιζε η Μασάλ με πολλή στοργή . Μια φορά την εβδομάδα μαζεύονταν διάφοροι απλοί άνθρωποι στην καμαρούλα και ο γέρος , από τη Βίβλο , τους μιλούσε και τους έλυνε τις απορίες .

Σ ’ αυτόν τον μικρό κύκλο γνώρισε ο Ντέιβιντ την Μασάλ , που ερχότανε με μια θεία της .Υπήρχαν πολλά σύννεφα στον ορίζοντα . Ειρήνη πραγματική δεν υπήρχε . Φήμες για συγκρούσεις και επαναστάσεις διαρκώς ακούγονταν από την κρατική τηλεόραση , που η συσκευή της ήτανε ενσωματωμένη σε όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας . Ο Ντέιβιντ ήτανε πολύ ανήσυχος , γιατί απ ’ όσα έλεγε ο πατέρας του , η εποχή του αντίχριστου δεν ήτανε μακριά . Μπορεί και να είχε αρχίσει .
Τελευταία , μεγάλη συζήτηση γινότανε για κάποιον , που όλο και περισσότερο παρουσιαζότανε στην τηλεόραση , με ένα ήρεμο πρόσωπο και δυο διαπεραστικά μάτια . Λέγανε πως ήτανε κορυφή και πως θα τακτοποιούσε τα παγκόσμια οικονομικά και θα προλάβαινε τον πόλεμο ,που ήτανε έτοιμος να ξεσπάσει .

Όταν πρωτοπήγε στο εργοστάσιο αυτό ο Ντέιβιντ , τον πληρώνανε κανονικά με αληθινά χρήματα , που του δίνανε κάθε Παρασκευή μέσα σ ’ φάκελο , με μια ταινία , που εξηγούσε τα επιδόματα και τις κρατήσεις . Μετά άρχισε μια εντατική προπαγάνδα εναντίον του χρήματος , που το κατηγορούσαν ότι κουβαλάει μικρόβια , ότι πιάνει πολύ χώρο , ότι εύκολα κλέβεται και χάνεται και πολλά άλλα , και ταυτόχρονα διαφημιζόταν το πλαστικό ή ηλεκτρονικό χρήμα , που δεν είχε αυτά τα ελαττώματα και ήτανε πολύ πρακτικό .

Στην πραγματικότητα ήταν μια μικρή τυπωμένη πλαστική καρτούλα , με διάφορα στοιχεία , κάτι σαν ταυτότητα . Στο αριστερό μέρος λίγο ψηλά είχε ένα σχέδιο , με αρκετές χαρακιές , γραμμούλες παράλληλες , και αριθμούς , που σχημάτιζαν έναν δεκατριαψήφιο αριθμό ,που ήταν και ο αριθμός του κάθε ατόμου , που με αυτό πληρωνότανε . Τις καρτούλες αυτές τις δίνανε κάθε Παρασκευή πρωί και τις παίρνανε κάθε Παρασκευή μεσημέρι , αφού επάνω είχανε γράψει , αόρατα με το μάτι , με ηλεκτρονική εγγραφή , το μισθό που εδικαιούτο ο καθένας . Με την καρτούλα αυτή πήγαινες και στα μεγάλα κρατικά σούπερ μάρκετ και αγόραζες ό ,τι ήθελες . Στο τέλος βάζανε την καρτούλα στη μηχανή και αφαιρούσαν την αξία των αγορασθέντων . Και παλιά κυκλοφορούσαν κάτι παρόμοιες κάρτες , σε άλλη βάση , και τις λέγανε πιστωτικές κάρτες . Μα αυτές , με τις γραμμούλες , τις λέγανε
μπαρκόντ .

Τίποτα το ιδιαίτερο δεν είχε συμβεί . Ο γέροντας πατέρας του Ντέιβιντ , που άκουσε γι ’ αυτές τις κάρτες , ζήτησε να τις δει και τις είδε . Λεφτά πια , από τα παλαιού τύπου , δεν κυκλοφορούσαν . Όλες οι δουλειές γίνονταν με τα πλαστικά λεφτά . Κάθε άνθρωπος , ό ,τι και να ήτανε , είχε την κάρτα του . Ο γέρος λοιπόν , σαν άκουσε τα σχετικά , κούνησε το κεφάλι του και είπε : «Προεόρτια ». Του Ντέιβιντ δεν του άρεσε η κουβέντα αυτή του πατέρα του , και του ζήτησε να εξηγηθεί . Αυτός γέλασε πικριάρικα και απάντησε :
- Παιδί μου , θα γίνουν όλα . Μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια .Περίμενε και θα δεις .
Ο Ντέιβιντ νόμισε πως ήτανε παραξενιά του γέρου και δεν έδωσε συνέχεια . Μα ήτανε ανήσυχος .

Αυτά είχαν γίνει πριν τρία χρόνια . Η συζήτηση με τον πατέρα του ξεχάστηκε , ώσπου τη θυμήθηκε ξαφνικά . Το κρατικό ραδιόφωνο άρχισε μια καινούρια καμπάνια . Άρχισε να κατηγορεί το πλαστικό χρήμα και τις καρτούλες για πολλούς λόγους . Κάποτε κλέβονταν και πηγαίνανε και ψωνίζανε λαθραία . Ύστερα είπαν , πως μερικοί , που πεθαίνανε οι δικοί τους , δεν παραδίνανε την κάρτα στο Δημόσιο όπως έπρεπε και καρπώνονταν το υπόλοιπο . Άλλοι τις χάνανε ή λέγανε πως τις χάνανε
και δημιουργούσαν προβλήματα . Έτσι , η τελευταία ανακοίνωση έλεγε , πως καταργούνται οι πλαστικές κάρτες και πως η Υπηρεσία Προστασίας του Συνόλου
αποφάσισε να κυκλοφορήσει τις ενσωματωμένες κάρτες . «Είναι μια κάρτα μέσα στο σώμα σας , ούτε χάνεται ούτε κλέβεται , μα ούτε και φαίνεται . Είναι η κάρτα σας , δηλαδή είστε εσείς οι ίδιοι ». Έτσι έλεγαν τα κρατικά διαφημιστικά προγράμματα .

Γρήγορα διαδόθηκε πως το σχετικό μηχάνημα είχε παραληφθεί και την Παρασκευή θα έμπαινε σε λειτουργία στο εργοστάσιο . Τον Ντέιβιντ τον ζώσανε τα φίδια . Και κείνα τα λόγια του πατέρα του ; Εάν αυτό ήταν η σφραγίδα του αντιχρίστου , το χάραγμα ; Τι θα έκανε ; Την Παρασκευή το μεσημέρι , κατά την έξοδό τους , με άνεση , παρέδιδαν την παλιά κάρτα και έβαζαν την παλάμη τους σε μια πλάκα όσο το μέγεθος της παλάμης . Στο πλάι ήτανε μια πρασινωπή οθόνη και επάνω τη έγραφε το ποσό που του πίστωναν , το υπόλοιπο που είχε και τον αριθμό της κάρτας του , τον παλιό , που ήτανε ο ίδιος με τον καινούριο . Ο Ντέιβιντ , ανήσυχος , πριν έλθει η σειρά του , έτρεξε μπροστά στο μηχάνημα να παρακολουθήσει . Κοίταξε στη μικρή οθόνη . Στην αρχή δεν είδε τίποτα το ανησυχητικό .Μα ξαφνικά κέρωσε . Στο σχήμα που έδειχνε στην οθόνη την εγγραφή ήτανε δύο αριθμοί , ένας ο αριθμός του εργαζόμενου , μα αυτή τη φορά ήτανε σημαδεμένος , στην αρχή , στη μέση και στο τέλος από ένα «6» και αυτά τα τρία εξάρια σχημάτιζαν ένα δεύτερο αριθμό , «666». Τρομαγμένος το έβαλε στα πόδια και έφυγε .

Τη Δευτέρα πήγε πάλι στη δουλειά του . Μα είδε πως υπήρχε μια καινούρια διαδικασία . Έβαζε ο καθένας το χέρι του σε μια όμοια μηχανή , έκανε ένα κλικ και τραβιότανε μια μπάρα , που άνοιγε την πόρτα . Κατάλαβε πως δεν μπορούσε πια να δουλέψει . Κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε πια να αγοράσει γάλα για το παιδί του . Κατάλαβε πως ο πατέρας του είχε δίκιο . Ναι , θα έπρεπε τώρα να τους διώξουν από το διαμέρισμα και να πεθάνουν από πείνα .Εκεί δίπλα ήταν μια τηλεόραση , και σ ’ αυτήν παρουσιαζότανε το αηδιαστικό εκείνο γλυκερό πρόσωπο , που τον τελευταίο καιρό συχνά παρουσιαζόταν . Κάτι έλεγε , μα του φάνηκε πως τον ειρωνευότανε . Σαν να τον ρωτούσε : «Και τι θα κάνεις τώρα ;» Ένιωσε μια χαρά και έναν ενθουσιασμό μέσα του και σηκώνοντας το χέρι του στον ουρανό , είπε αρκετά δυνατά «Αυτός ξέρει ...» και γελώντας κίνησε να συναντήσει τον πατέρα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...