Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

" ΤΟ ΟΡΙΟ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ..."







ΤΟ ΟΡΙΟ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Τοῦ Γεωργίου Ι. Ανδρουτσόπουλου
Λέκτορα τοῡ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου στή Νομική Αθηνῶν - Δικηγόρου

I. Τό ζήτημα τῆς ἐπισκοπικῆς ἰσοβιότητος ἔχει ἐπανειλημμένως ἀπασχολήσει τήν ἐκκλησιαστική εἰδησεογραφία. Καί τοῦτο, διότι δέν λείπουν οἱ περιπτώσεις ὑπέργηρων Ἀρχιερέων οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦν, λόγῳ τῆς προχωρημένης ἡλικίας τους καί τῶν συναφῶν προβλημάτων ὑγείας, νά ἀσκήσουν ἐπαρκῶς, ἄν μή καί στοιχειωδῶς, τά λειτουργικά καί διοικητικά τους καθήκοντα.
          II. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ θεσμοθέτηση ἡλικιακοῦ ὁρίου γιά τήν παραμονή τοῦ Ἐπισκόπου στόν θρόνο του ἀγνοεῖται παντελῶς ἀπό τό ἱεροκανονικό δίκαιο καί τήν πρακτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, πού συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἰσοβιότητος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Εἰδικότερα, στόν 23ο Κανόνα τῆς Συνόδου τῆς Ἀντιόχειας ὁρίζεται ὅτι: «Ἐπίσκοπον μή ἐξεῖναι ἀντ̕ αὐτοῦ καθιστᾶν ἕτερον εαὐτοῦ διάδοχον, κᾶν πρός τῇ τελευτῇ τοῦ βίου τυγχάνῃ»[i], ὁ δέ 16ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἀπαγορεύει μέ κάθε τρόπο «τό καταστῆναι ἐπίσκοπον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἧς ἔτι ὁ προεστώς ζῇ...»[ii]. Ἡ ἀντικανονικότητα αὐτή ἐξηγεῖται «ὡς ἐκ τοῦ δεσμοῦ πού συνδέει τόν Ἐπίσκοπο μέ τή συγκεκριμένη Ἐπισκοπή, ἡ διαποίμανση τῆς ὁποίας, μέ τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἔλαχε καί μέ τήν ὁποῖα, ὡς “νύμφης τοῦ Χριστοῦ”, οἰονεί νυμφεύεται»[iii].
            Μάλιστα, ἐπειδή ὁ Ἐπίσκοπος δέχεται τήν ἀρχιερωσύνη, ἀλλά συγχρόνως ἀναλαμβάνει καί τό ἐπίμοχθο ἔργο τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας, τό ὁποῖο δέν νοεῖται νά ἀποποιηθεῖ, στήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄγνωστη καί ἡ παραίτηση ἀπό τόν ἐπισκοπικό θρόνο[iv], ὅταν αὐτή δέν ὑπαγορεύεται ἀπό λόγους γήρατος ἤ ἀδιαμφισβήτητης ἀνικανότητας. Γιά αὐτό, ὁ παραιτούμενος τοῦ ἀρχιερατικοῦ θρόνου, χωρίς κανονικούς λόγους, ἐπιτιμᾶται ἀπό τή Σύνοδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Παμφυλίας Εὐσταθίου[v], ὁ ὁποῖος, ὅταν παραιτήθηκε «ἀπό μικροψυχίας καί ἀπραγμοσύνης» ἀπό τήν Ἐπισκοπή του, ἐξέπεσε, μέ ἀπόφαση τῆς τοπικῆς Συνόδου, τόσο τῆς Ἐπισκοπῆς ὅσο καί τῆς Ἱερωσύνης. Ὅμως, ὁ Εὐστάθιος προσῆλθε κλαίγοντας στούς Πατέρες πού συγκροτοῦσαν τήν Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ζήτησε «τέως τήν τοῦ ἐπισκόπου τιμήν καί κλήσιν». Οἱ Πατέρες, ἐπειδή πληροφορήθηκαν ὅτι παραιτήθηκε ἀπό αμέλεια καί ἐπιπολαιότητα, καθῶς καί ἀγάπη στήν ἡσυχία καί ὄχι ἀπό κάποιο κανονικό παράπτωμα, ἀποφάσισαν, «οἰκονομίᾳ χρησάμενοι καί ἀσυνήθει συγκαταβάσει» νά ἔχει τό ὄνομα τῆς ἐπισκοπῆς, τήν τιμή καί τήν κοινωνία, ἀλλά νά μήν χειροτονεῖ οὔτε νά ἱερουργεῖ μέ δική του αὐθεντία, χωρίς τήν ἄδεια τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου.
          III. Στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔχουν καταγραφεῖ ἀρκετές περιπτώσεις σπουδῆς τῆς Πολιτείας νά ἐπιβάλει ὅριο ἡλικίας στούς Ἀρχιερείς, οἱ ὁποῖες ἐντάσσονται βεβαίως στό πλαίσιο τῆς πρακτικῆς νά ἐπεμβαίνει, ὄχι σπανίως, ἡ Πολιτεία στά ἐσωτερικά ζητήματα (interna corporis) τῆς Ἐκκλησίας.
1. Γιά πρώτη φορά ὅριο ἡλικίας ἐπιβλήθηκε στίς 5 Δεκεμβρίου 1923, ὅταν τό στρατιωτικό κίνημα ὑπό τήν ἡγεσία τῶν συνταγματαρχῶν Ν. Πλαστήρα καί Σ. Γονατᾶ καί τοῦ ἀντιπλοιάρχου Δ. Φωκᾶ, πού ἐπικράτησε τόν Σεπτέμβριο 1923 μετά τή μικρασιατική καταστροφή, ἀποφάσισε ὅτι οἱ Μητροπολίτες τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποχωροῦν «τῆς ὑπηρεσίας» μόλις συμπληρώσουν τό 65ο ἔτος τῆς ἡλικίας τους[vi]. Γιά τόν σκοπό αὐτό ὁ Ὑπουργός τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προκαλοῦσε, μετά ἀπό σχετική ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου, πού εἶχε ὅμως ἀπλῶς διαπιστωτικό χαρακτῆρα[vii], τήν ἔκδοση τοῦ σχετικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐνῷ ἡ βεβαίωση τῆς ἡλικίας τῶν Μητροπολιτῶν γινόταν ἀπό τήν Ἱ. Σύνοδο βάσει ληξιαρχικῆς πράξεως γεννήσεως ἤ, σέ περίπτωση ἐλλείψεώς της, τοῦ μητρώου ἀρρένων ἤ τοῦ μοναχολογίου τῆς οίκείας γιά κάθε ἔναν Μονῆς ἤ ὑπεύθυνης δηλώσεως τοῦ Μητροπολίτη περί τῆς ἡλικίας του ἐνώπιον οἱουδήποτε ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου.
2α. Ἐπί Κυβερνήσεως τῶν λεγόμενων «ἀποστατῶν», μέ Πρόεδρο τόν Στ. Στεφανόπουλο καί Ἀντιπρόεδρο τόν Γ. Ἀθανασιάδη - Νόβα, θεσπίστηκε τό Ν.Δ. 4589/1966[viii], τό ὁποῖο, μέ εἰσήγηση τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων Στ. Ἀλαμανῆ, καθιέρωσε ὅριο ἡλικίας γιά τούς Μητροπολίτες[ix], ὑπογράφηκε δέ «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως» στίς 10 Νοεμβρίου 1966 ἀπό τή βασίλισσα Ἄννα – Μαρία, ὑποστηριζόμενο ἀπό τά δύο τότε μεγάλα κόμματα, ἤτοι τήν Ἔνωση Κέντρου καί τήν Ἐθνική Ριζοσπαστική Ἔνωση Εἰδικότερα, μέ τό νομοθετικό αὐτό διάταγμα τῆς δημοκρατικῆς περιόδου, τό ὁποῖο διευκόλυνε στή συνέχεια σημαντικά τήν ἀναγκαστική ἀπομάκρυνση ἀπό τό δικτατορικό καθεστώς τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967 τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσόστομου τοῦ Β´ [Χατζησταύρου][x], οἱ Μητροπολίτες καί οἱ Βοηθοί Ἐπίσκοποι ἀποχωροῦν αὐτοδικαίως «ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν» μέ τή συμπλήρωση τοῦ 80ου ἔτους τῆς ἡλικίας τους. Γιά τόν σκοπό αὐτό ἐκδίδεται, μέ πρόταση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων, βασιλικό διάταγμα, γιά τή βεβαίωση δέ τῆς ἡλικίας τῶν Μητροπολιτῶν ἐφαρμόζονταν ἀναλόγως οἱ διατάξεις πού ἑκάστοτε ἴσχυαν γιά τήν ἀποχώρηση λόγῳ ὁρίου ἡλικίας τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ὡστόσο, μέ εἰδική διάταξη διευκρινιζόταν ὅτι ἡ ἐπιβολή ὁρίου ἡλικίας δέν ἐφαρμόζεται «διά τόν κατέχοντα ἑκάστοτε τόν Θρόνον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος»[xi].
Σύμφωνα μέ τόν Ἀ. Περρωτή, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθηκε τό σχέδιο τοῦ ἐν λόγῳ νομοθετικοῦ διατάγματος στίς 20 Σεπτεμβρίου 1966 κατά τήν 65η συνεδρία τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἡ νομοθετική ἐπιβολή ὁρίου ἡλικίας στούς Μητροπολίτες ὑπαγορεύθηκε ἀπό τήν ἀδήριτη πραγματικότητα, σύμφωνα μέ τήν ὁποῖα «Ἱεράρχαι λίαν προχωρημένοι ἐς τήν ἡλικίαν ἀμφιβόλου ὑγείας καί διανοητικῆς καταστάσεως λόγῳ τῆς ἡλικίας των, ἐπιμένουν νά ποιμένουν τάς μητροπόλεις των ἀπό τῆς κλίνης ἤ ἀπό τάς Ἀθήνας»[xii].. Ἄλλωστε, καί πρίν τή θέσπιση τοῦ Ν.Δ. 4589/1966, ἡ Πολιτεία εἶχε διατυπώσει τήν πρόταση γιά τήν ἐπιβολή ὡς ὁρίου ἡλικίας τοῦ 70ου ἤ τοῦ 80ου μετά ἀπό ἰατρική γνωμάτευση, ἀναγκάστηκε ὅμως νά τήν ἀποσύρει, ὅπως ἀποκάλυψε ὁ τότε Μητρ. Κίτρους Βαρνάβας [Τζωρτζάτος] κατά τή συνεδρία τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας στίς 7 Ὀκτωβρίου 1963, γιά νά μήν προκληθεῖ μεγαλύτερη ἀντίδραση τῆς Ι.Σ.Ι.[xiii].
2β. Σέ σχέση μέ τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1923, τό ὡς ἄνω νομοθετικό διάταγμα ἀφενός αὐξάνει ἀπό τό 65ο στό 80ο τό ὅριο ἡλικίας, γεγονός τό ὁποῖο δικαιολογεῖται ἀπό τό ὅτι στό ἐν τῷ μεταξύ διαρρεῦσαν διάστημα τῶν 40 καί πλέον ἐτῶν αὐξήθηκε τό προσδόκιμο τῆς ζωῆς καί ἀφετέρου διευρύνει τό πεδίο εφαρμογῆς του, δεδομένου ὅτι, παρά τήν ἐξαίρεση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἀπό τό ὅριο ἡλικίας καταλαμβάνονται πλέον ὄχι μόνο οἱ Μητροπολίτες, ἀλλά καί οἱ Βοηθοί Ἐπίσκοποι.
2γ. Ὡστόσο, ἡ καθιέρωση ὁρίου ἡλικίας γιά τήν ἀποχώρηση τῶν Μητροπολιτῶν ἀπό τούς θρόνους τους προκάλεσε τή σθεναρή ἀντίδραση τῆς Ι.Σ.Ι., ἡ ὁποῖα κατά τἠ συνεδρία τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1966 ἀποφάσισε τή συγκρότηση Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς πρός μελέτη τοῦ Ν.Δ. 4589/1966. Ἡ ἑξαμελῆς αὐτή Ἐπιτροπή[xiv] στό ὑπόμνημά της πού ἀπέστειλε στήν Ι.Σ.Ι. τέσσερις ἡμέρες ἀργότερα, ἤτοι τήν 14η Δεκεμβρίου 1966, ἔκρινε ὡς ἀντικανονική καί συνεπῶς ἀντισυνταγματική τή ρύθμιση τοῦ ἄρθρ. 4 §§ 1, 2 Ν.Δ. 4589/1966 καί εἰσηγήθηκε τήν κατάργησή της[xv].
2δ. Ἡ Πολιτεία ὅμως δέν ἀκύρωσε τή νομοθετική πρωτοβουλία της. Ἀντιθέτως, προχώρησε σέ ἄμεση ὑλοποίηση τῶν προβλέψεων τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος. Ἔτσι, μέ τό Β.Δ. τῆς 24 Ἰανουαρίου 1967[xvi], πού εἰσηγήθηκε ὁ τότε Ὑπουργός Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων καθηγητής Ἰ. Θεοδωρακόπουλος καί ἐκδόθηκε σέ ἐκτέλεση τοῦ Ν.Δ. 4589/1966, θεωρήθηκαν «αὐτοδικαίως ἀποχωρήσαντες τοῦ Μητροπολιτικοῦ των θρόνου, ὡς ἔχοντες ἤδη καταληφθῆ ὑπό τοῦ ὁρίου ἡλικίας, κατά τήν ἔναρξιν ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν.Δ. 4589/1966» ἕξι Μητροπολίτες, οἱ Ἀλεξανδρουπόλεως Ἰωακείμ [Καβύρης], Δρυϊνουπόλεως καί Κονίτσης Χριστοφόρος [Χατζής], Κερκύρας καί Παξῶν Μεθόδιος [Κοντοστάνος], Σιδηροκάστρου Βασίλειος [Μαγκριώτης], Φλωρίνης Βασίλειος [Παπαδόπουλος] καί Ἐδέσσης καί Πέλλης Διονύσιος [Παπανικολόπουλος]. Ἀπό αὐτούς τέσσερις, οἱ Μητροπολίτες Ἀλεξανδρουπόλεως, Κερκύρας, Φλωρίνης καί Ἐδέσσης προσέφυγαν στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ζητῶντας τήν ἀκύρωση τοῦ ὡς ἄνω βασιλικοῦ διατάγματος.
Τό Ἀνώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, μέ Πρόεδρο τόν Μιχ. Στασινόπουλο καί Εἰσηγητή τόν Σύμβουλο Ἐπικρατείας Χ. Παναγιωτόπουλο, συνεδρίασε «ἐν ὁλομελείᾳ» στίς 28 Φεβρουαρίου 1967 καί μέ τίς ὑπ̕ ἀριθ. 609-612/1967 ἀποφάσεις τοῦ ἀπέρριψε τίς αἰτήσεις ἀκυρώσεως[xvii]. Σύμφωνα μέ τήν ἀπό 25.2.1967 Εἰσηγητική Ἔκθεση ἐπί τῆς ὑπ̕ ἀριθ. 609/1967 ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ Εἰσηγητή Χαρ. Παναγιωτόπουλου[xviii], τήν ὁποῖα υἰοθέτησε στό σύνολό της τό δικαστήριο, γίνεται δεκτή ἡ ἀντικανονικότητα τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως περί ἐπιβολῆς ὁρίου ἡλικίας στούς Μητροπολίτες, πλήν ὅμως ἡ ἀντικανονικότητα αὐτή δέν συνεπάγεται αὐτοθρόως καί ἀντισυνταγματικότητα τῆς σχετικῆς νομοθεσίας, δεδομένου ὅτι ἡ συνταγματική κατοχύρωση τῶν ἱερῶν κανόνων[xix] περιορίζεται μόνο σέ αὐτούς πού ἀναφέρονται στό δόγμα ἤ σέ θεμελιώδεις διοικητικούς θεσμούς, παγιωμένους ἀπό μακροῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὄχι καί σέ ἐκείνους πού ρυθμίζουν ἀπλῶς διοικητικῆς φύσεως θέματα, ὅπως ἐν προκειμένῳ[xx].
2ε. Τή διάταξη, ἡ ὁποῖα ἐξαιροῦσε τόν ἑκάστοτε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν ἀπό τίς διατάξεις περί ὁρίου ἡλικίας[xxi], κατήργησε ὁ Α. Ν. 3 τῆς 10ης Μαΐου 1967, πού ὅρισε ὅτι καί ἐπί τοῦ ἑκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ἐφαρμόζονται τά ἰσχύοντα γιά τούς Μητροπολίτες καί Βοηθούς Ἐπισκόπους[xxii]. Μάλιστα, μέ τό βασιλικό διάταγμα τῆς 23.3/11.4.1968[xxiii], ἡ ἰσχύς τόσο τοῦ ἄρθρ. 4 § 1 Ν.Δ. 4589/66 ὅσο καί τοῦ ἄρθρ. 3 § 2 Α.Ν. 3/67 ἐπεκτάθηκε καί «ἐπί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης καί ἐπί τῶν Ἀρχιερέων Μητροπολιτῶν τῆς ἐν Κρήτῃ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ὡστόσο, ἡ ρύθμιση τοῦ ἄρθρ. 3 § 2 Α.Ν. 3/67, ἄν καί prima facie θά μποροῦσε νά ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἀποκαθιστᾷ τήν τρωθεῖσα νομιμότητα, ἀφού ἐξισώνει ὡς πρός τήν ἀντιμετώπιση τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν μέ τούς λοιπούς Μητροπολίτες, ἐντούτοις δέν πρέπει νά ἀγνοηθεῖ ὅτι ἡ θέσπισή της ἦταν ἐνταγμένη στό πλαίσιο μιας ὕπουλης μεθοδεύσεως τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, πού ἀποσκοποῦσε νά προκαλέσει, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν θρόνο τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσόστομου τοῦ Β´ [Χατζησταύρου].
3. Ἡ δικτατορία τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967 ἀνακαθόρισε τό ὅριο ἡλικίας ἀποχωρήσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων ἀπό τούς θρόνους τους. Ἔτσι, μέ τό Ν.Δ. 126/1969[xxiv] ὁρίστηκε γιά πρῶτη φορά σέ Καταστατικό Χάρτη ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς ἀποχωροῦν αὐτοδικαίως στό 72ο ἔτος τῆς ἡλικίας τους. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι τό 72ο ἔτος προέκυψε ὡς συμβιβασμός μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας, πού πρότεινε τό 75ο καί τῆς «Ἐθνικής Κυβερνήσεως», πού ἀντιπρότεινε τό 70ο ἔτος[xxv]. Στό μεταξύ, μέ τή Συντακτική Πρᾶξη ΛΣΤ´/28.9.1968[xxvi]  καί συγκεκριμένα μέ τό ἄρθρ. 1 εἶχε προβλεφθεῖ ὅτι οἱ Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποχωροῦν αὐτοδικαίως ἀπό τή θέση τους μόλις συμπληρώσουν, ἀνεξαρτήτως ἡλικίας, 40ετία στήν ἱερωσύνη καί 30ετία στόν ἐπισκοπικό βαθμό. Ἕνας δέ ἐξ αὐτῶν στόν ὁποῖο ἐφαρμόστηκε ἡ ὡς ἄνω Συντακτική Πρᾶξη ὑπῆρξε ὁ Μητρ. Ἠλείας Γερμανός [Γκούμας], ὁ ὁποῖος ἦταν μέλος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τή μελέτη τοῦ Ν.Δ. 4589/66. Οἱ τελευταῖες αὐτές ρυθμίσεις τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος σχετικῶς μέ τήν ἐπιβολή ὁρίου ἡλικίας ἴσχυσαν μέχρι τό 1974, ὄταν καί ἀποκαταστάθηκε ἡ δημοκρατική νομιμότητα[xxvii].       
          IV. Ὁ ἰσχύων Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι ὁ Ν. 590/1977[xxviii], δέν προβλέπει ὅριο ἡλικίας γιά τήν ἀποχώρηση τῶν Μητροπολιτῶν ἀπό τούς θρόνους τους. Ὡστόσο, ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα στόν Μητροπολίτη πού ἀδυνατεῖ νά ἐκτελεῖ τά καθήκοντά του λόγῳ γήρατος ἤ ἀσθενείας ἤ γιά ὁποιονδήποτε ἄλλον σοβαρό λόγο περί τοῦ ὁποίου ἀποφαίνεται ἡ Διαρκής Ἱ. Σύνοδος, νά ὑποβάλει κανονική παραίτηση[xxix]. Σέ περίπτωση μάλιστα πού ὁ Μητροπολίτης ἀρνεῖται, παρά τή διαπιστωμένη ἀδυναμία του νά ἀνταποκριθεῖ στίς ὑψηλές ἀπαιτήσεις τοῦ εὐθυνοφόρου ὑπουργήματός του, νά παραιτηθεῖ, εἰδική Ἐπιτροπή πού ἀποτελεῖται ἀπό τόν Πρόεδρο τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἤ τόν νόμιμο ἀναπληρωτή του, ὡς Πρόεδρο καί δύο καθηγητές τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τῶν Πανεπιστημίων τῆς χώρας, ὡς μέλη, ὑποβάλλει σχετικό πόρισμα πρός τή Δ.Ι.Σ., ἡ ὁποῖα εἴτε κηρύσσει τόν θρόνο «ἐν χηρείᾳ» εἴτε ἀποφαίνεται ὅτι δέν συντρέχει λόγος ἀπαλλαγής τοῦ Μητροπολίτη ἀπό τά καθήκοντά του[xxx].
          V. Εἶναι ἀναμφίβολο ὅτι ἡ νομοθετική καθιέρωση ὁρίου ἡλικίας γιά τούς Μητροπολίτες, καί μάλιστα μέ μονομερῆ πρᾶξη τῆς Πολιτείας, ἀντίκειται στούς ἱερούς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως[xxxi]. Εἰδικότερα, ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑλληνική ἔννομη τᾶξη καί ὑπό τό ἰσχύον σύστημα σχέσεων Πολιτείας καί Ἐκκλησίας, πρέπει νά παρατηρηθοῦν τά ἑξῆς: αὐτονόητη προϋπόθεση τῆς συνταγματικῶς κατοχυρωμένης θρησκευτικῆς ἐλευθερίας[xxxii] καί ἀκριβέστερα τῆς αὐτοδιοικήσεως κάθε θρησκευτικῆς κοινότητας, ἐπομένως καί τῆς «ἐπικρατοῦσας» Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἐξασφάλιση καί ὁ σεβασμός τοῦ κύρους καί τῆς ἰσχύος τοῦ ἐσωτερικοῦ, «κανονικοῦ» της δικαίου. Σύμφωνα μέ τήν ὀρθότερη ἄποψη, τό ἰσχύον Σύνταγμα κατοχυρώνει, βάσει τοῦ ἄρθρ. 13, ὅλους τούς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως εἄν ἀναφέρονται στό δόγμα ἤ στή διοίκηση, διάκριση ἡ ὁποῖα εἶναι ἄλλωστε αὐθαίρετη καί ἀδόκιμη[xxxiii], μέ τόν περιορισμό ὅτι δέν ὑφίσταται ἀντίθεση τῶν ἐν λόγῳ κανόνων στό Σύνταγμα, τή δημόσια τᾶξη, τά χρηστά ἤθη καί τούς γενικούς νόμους τού κράτους.
            Ἐν προκειμένῳ, εἶναι προφανές ὅτι οἱ κανόνες πού «ἀγνοοῦν» 
τό ὅριο ἡλικίας γιά τούς Μητροπολίτες
 οὔτε τή δημόσια τᾶξη προσβάλλουν οὔτε στά χρηστά ἤθη ἀντιτίθενται.
 Ἡ μόνη ἔνσταση πού θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά διατυπωθεῖ εἶναι 
ὅτι ἡ ἰσοβιότητα τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος προσβάλλει τή συνταγματική
 ἀρχή τῆς ἰσότητας[xxxiv],
 πού ἐπιβάλλει τήν ἴση ἀντιμετώπιση τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τοῦ νόμου, 
δεδομένου ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀποχωροῦν ἀπό τήν ὑπηρεσία τό ἀργότερο μέ τή συμπλήρωση τοῦ 65ου ἔτους τῆς ἡλικίας τους[xxxv], γιά δέ τούς καθηγητές Α.Ε.Ι. τό ὅριο ἀνέρχεται στό 67ο ἔτος[xxxvi]. Ὡστόσο, ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρ. 4 § 1 Σ. καθιερώνει ὄχι μόνο τήν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τοῦ νόμου, ἀλλά καί τήν ἰσότητα τοῦ νόμου ἔναντι αῦτῶν καί συνεπῶς δεσμεύει τόν κοινό νομοθέτη, ὄταν πρόκειται νά ρυθμίσει οὐσιωδῶς ὅμοια πράγματα, σχέσεις ἤ καταστάσεις καί κατηγορίες προσώπων, νά μή μεταχειρίζεται κατά τρόπο ἀνόμοιο τίς περιπτώσεις αὐτές, εἰσάγοντας ἐξαιρέσεις καί κάνοντας διακρίσεις. Στή συγκεκριμένη περίπτωση, ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητας οὐδόλως προσβάλλεται, καθῶς οἱ Μητροπολίτες δέν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἤ [δημόσιοι] λειτουργοί καί ἐπομένως δέν ὑπάρχει ρύθμιση «οὐσιωδῶς ὅμοιων πραγμάτων». Ἀντιθέτως, ὅπως γίνεται δεκτό ὁμοφώνως, οἱ λειτουργοί καί γενικῶς τά ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐξομοιώνονται μέ δημόσιους ὑπαλλήλους, καθῶς «ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πνευματική της ἀποστολή, ἡ ἀπόλυτη ἱεραρχική ὑποταγή τῶν ὀργάνων τῆς Ἐκκλησίας τόσο στή δική της διοικητική κορυφή ὅσο καί στό θρησκευτικό δόγμα εἶναι δεδομένα ἀσυμβίβαστα μέ τήν ἔννοια τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου…»[xxxvii].
          VI. Ἀποτελεῖ συγχρόνως κοινό τόπο ὅτι ἡ καθημερινή πρακτική καί ἐμπειρία προσφέρει, κατά καιρούς, παραδείγματα ἀποίμαντων Μητροπόλεων, ὅπου τό κενό τῆς ἐπισκοπικῆς παρουσίας δημιουργεῖ ἀφεύκτως πρακτικά προβλήματα στήν ἄσκηση τῆς λατρευτικῆς διακονίας καί τή διεκπεραίωση τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου, ἐνῷ ἐνίοτε ἀφήνει ζωτικό χῶρο γιά νά κάνουν δυναμικά αἰσθητή τήν παρουσία τους οἱ διάφοροι παρατρεχάμενοι τοῦ ἑκάστοτε ἐπισκοπικοῦ περιβάλλοντος, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται συνήθως τήν ἐπισκοπική ἐπαρχία καί ἐκμεταλλεύονται, κατά τό δοκοῦν, τήν κατάσταση.
Ἐπιτακτική λοιπόν προβάλλει ἡ ἀνάγκη νά ἐξετάσει ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία τό θέμα τοῦ ὁρίου ἡλικίας καί νά υἰοθετήσει μία πιό εὐέλικτη πολιτική γιά τήν ἀνανέωση τῶν Ἐπισκόπων της[xxxviii]. Ἐπειδή, ὡστόσο, ἡ ἀναγκαστική ἀπομάκρυνση ἀπό τόν θρόνο λόγῳ τῆς συμπληρώσεως συγκεκριμένου ὁρίου ἡλικίας «ἐμποδίζεται» ἀπό τούς ἱερούς κανόνες, ὑποστηρίχθηκε ἡ λύση νά δίδονται στούς Μητροπολίτες πού διάγουν τό 75ο ἔτος τῆς ἡλικίας τους Βοηθοί Ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι θά ἐπικουροῦν τή διακονία τους. Ἡ ἐναλλακτική αὐτή πρόταση δέν εἶναι βεβαίως καινούρια, ἀλλά διατυπώθηκε γιά πρῶτη φορά στά ἁρμόδια συνοδικά ὄργανα ἀπό τόν [τότε] Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί καθηγητή τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Χρυσόστομο [Παπαδόπουλο] κατά τή συνεδρία τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς 18ης Νοεμβρίου 1937[xxxix]. Ὅμως, καί ἡ πρόταση αὐτή προβάλλει μᾶλλον ἀλυσιτελής, καθῶς εἶναι ἐκτεθειμένη στή μομφή τῆς ἀντικανονικότητας, ὡς πρός τόν θεσμό τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων…
Ἐξισορρόπηση τῶν πραγμάτων θά μποροῦσε νά ἐπιτευχθεῖ μέ τήν πρόβλεψη ὅτι οἱ Μητροπολίτες ὑποχρεοῦνται νά ὑποβάλουν μέ τή συμπλήρωση τοῦ 75ου ἔτους τῆς ἡλικίας τους, ὁριστικῶς καί ἄνευ ἄλλου, τήν παραίτησή τους στά ἁρμόδια συνοδικά ὄργανα, ἤτοι τή Διαρκῆ Ἱ. Σύνοδο[xl], ἡ ὁποῖα θά ἀποφασίζει γιά τόν χρόνο τῆς ἀποδοχῆς της[xli]. Ἄλλωστε, μέ τήν ἀποδοχή τῆς παραιτήσεως ὁ Ἐπίσκοπος ἀπεκδύεται μονάχα ἀπό τίς διοικητικές του ἁρμοδιότητες καί προφανῶς δέν ἀπογυμνώνεται ἀπό τή χάρη τοῦ μυστηρίου τῆς ἀρχιερωσύνης, ἡ ὁποῖα καί θά τόν συνοδεύει ἀκόμα καί στή μετά θάνατον πορεῖα του. Βεβαίως, ἡ ἐφαρμογή τῆς ρυθμίσεως αὐτῆς προϋποθέτει τήν πρακτική δυνατότητα καί μέριμνα τῆς διοικοῦσας Ἐκκλησίας νά ὑποστηρίζει τούς Ἱεράρχες αὐτούς στήν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν στεγάσεως καί περιθάλψεως, ἐνῷ ἡ πολύτιμη ὁμολογουμένως ποιμαντική καί διοικητική ἐμπειρία τους θά μποροῦσε πολλαπλῶς νά ἀξιοποιηθεῖ εἴτε μέ τή συμμετοχή τους στίς συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας, ἄνευ βεβαίως ψήφου εἴτε σέ ἐκεῖνες τῶν συνοδικῶν ἐπιτροπῶν ἤ καί μέ ὁποιονδήποτε ἀκόμη ἄλλον πρόσφορο τρόπο…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...