Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

" ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΤΡΩΝ..."

Σκέψεις για τη γιορτή που πέρασε…


Η ημέρα της 25ης Μαρτίου είναι σημαντική για όλους μας, και γι’ αυτό οι Έλληνες προκειμένου να εξάρουν αυτή  την ημέρα, διοργανώνουν διάφορες εκδηλώσεις, γιορτές και παρελάσεις…

  Όλα αυτά έχουν ως στόχο να μας γυρίσουν πίσω, εκεί στους γενναίους Έλληνες που πολεμούσαν για την πατρίδα τους, με πνεύμα αυτοθυσίας. Οι Έλληνες τότε εκτιμούσαν τη γη τους και πολεμούσαν μέχρι θανάτου υπέρ αυτής ακόμα και όταν όλα δεν πήγαιναν καλά.

  Έτσι λοιπόν και φέτος το κατηχητικό μας, προκειμένου να επαναφέρουμε στην μνήμη μας τα γεγονότα και να ξαναζήσουμε τις ηρωικές στιγμές των προγόνων μας, διεξήγαγε μια Θεατρική Παράσταση με θέμα: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.
 
 Η γιορτή στέφθηκε με επιτυχία καθώς τα παιδιά και οι συντελεστές της Α.Σ.Π., πάλεψαν με το χρόνο, τις ατέλειες και το άγχος και στο τέλος τα κατάφεραν, μιας και το χειροκρότημα και τα χαμόγελα που εισέπραξαν επιβεβαίωσαν του λόγου το αληθές.

  Αξίζει να αναφερθεί ότι φέτος για πρώτη φορά παρουσιάστηκαν παραδοσιακοί χοροί από τα κορίτσια του κατηχητικού μας, προκειμένου  ν’ αναδειχθεί η ελληνική λεβεντιά.
 
 Οφείλουμε να είμαστε περήφανοι γιατί είμαστε απόγονοι τέτοιων προγόνων και φορτωμένοι με το χρέος της βαριάς παρακαταθήκης της υποχρέωσής απέναντί τους.

   Τέλος θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στους συντελεστές της γιορτής καθώς και στα παιδιά που συμμετείχαν με προθυμία και ζήλο για την αγάπη του κατηχητικού μας.









Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

" Eπετειακή Εκδήλωση... "


" Aπαιτώ, Παναγία μου, το παιδί μου να γίνει καλά..."

Το θαύμα, που θα εξιστορηθεί τώρα, δυστυχώς, όπως έδειξαν τα πράγματα, δεν έγινε κατ᾿ ευδοκίαν Θεού αλλά κατ᾿ απαίτησιν κάποιας μητέρας, που θεώρησε η δυστυχής τη δική της γνώμη και επιθυμία πιο σωστή από τη Θεία απόφαση που είχε ληφθεί για το καλό του παιδιού της. Γι᾿ αυτό και μπαίνοντας στην εκκλησία της Παναγίας μαζί με άλλους συμπροσκυνητάς, διότι είχε έρθει με πούλμαν από ένα μεγάλο χωριό του νομού Αχαΐας, φώναζε•


―Απαιτώ, Παναγία μου, το παιδί μου να γίνει καλά.



Όταν της υπεδείχθει ότι δεν πρέπει να λέη στην Παναγία «απαιτώ», εκείνη είπε·



―Το απαιτώ, γιατί το παιδί μου είνε 28 χρονών και έχει μικρό παιδάκι και οι γιατροί είπαν ότι σε 15 μέρες θα πεθάνη, γιατί έχει ολικό καρκίνο.



Όσοι την άκουσαν να προσεύχεται κατ᾿ αυτό τον τρόπο, προσπάθησαν να την συμβουλεύσουν· της είπαν, πως στην προσευχή πρέπει να παρακαλούμε και όχι να απαιτούμε, γιατί ο Θεός, ο πραγματικός πατέρας των ανθρώπων, αγαπά το πλάσμα Του απείρως περισσότερο ακόμη κι από μία μάνα. Επί πλέον της είπαν ν᾽ αφήσει το παιδί της στα χέρια της Παναγίας να το σώσει, γιατί Εκείνη δίνει τη βοήθειά της κατά το συμφέρον του κάθε ανθρώπου. Αυτή όμως, δυστυχώς, πιο εξαγριωμένη φώναζε·



―Απαιτώ, απαιτώ, Παναγία μου, το παιδί μου να γίνει καλά!!



Δεν ήθελε να καταλάβει πως κανείς δεν πρέπει να απαιτεί, γιατί η Παναγία, σαν στοργική Μάνα, ξέρει καλύτερα απ᾽ όλους μας τι είνε καλύτερο πρώτα για την σωτηρία της ψυχής μας. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μάς έδωσε το υπόδειγμα της σωστής προσευχής· «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, πλην ουχ ως εγὼ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26,39) Την τελευταία απόφαση την αφήνουμε στην αλάνθαστη και σωτήρια κρίση του Θεού.


Μετά από ένα περίπου χρόνο, κάποιος από τους προσκυνητάς που είχαν έρθει με την εν λόγω μητέρα, ξαναήλθε να προσκυνήσει την Χάρη Της και έλεγε μεγαλοφώνως μπροστά στην εικόνα της Παναγίας·


―Παναγία μου, το θέλημά Σου να γίνεται, μα το κακό που είδα στο χωριό μου!…



Όταν ρωτήθηκε τι έγινε στο χωριό του, απάντησε και διευκρίνισε πότε είχε έρθει και για ποιο περιστατικό μιλούσε. Αναφερόταν στην περίπτωση της κυρίας που φώναζε το «απαιτώ». Τότε η ηγουμένη τον ρώτησε·



―Τι έγινε ο γιος της κυρίας;



―Έγινε καλά, αλλά τώρα δεν υπάρχει ούτε αυτός ούτε οι γονείς του.



Στην απορία «γιατί;» ο προσκυνητής απήντησε με θλίψη·



―Όταν ο γιος της έγινε καλά, πήγε σ᾽ ένα νυχτερινό κέντρο και συνδέθηκε με την εκεί τραγουδίστρια. Έφυγε από το σπίτι του και έμενε στην τραγουδίστρια.



Οι γονείς του, που στενοχωρούντο για την παράνομη αυτή συμπεριφορά του, όταν τον συναντούσαν τον συμβούλευαν να αλλάξη τακτική.



―Δεν κάνει, παιδί μου, του έλεγαν· έχεις νέα γυναίκα και μικρό παιδί, γύρισε σπίτι σου.



Επειδή όμως ο γιος ενωχλείτο από τις συμβουλές των γονέων του, μια μέρα που θύμωσε πολύ εναντίον τους, πήρε το κυνηγετικό του όπλο (γιατί ήταν και κυνηγός) σκότωσε τη μάνα του και τον πατέρα του και εν συνεχεία αυτοκτόνησε!

Όσοι άκουσαν το περιστατικό έφριξαν. Μητροκτόνος, πατροκτόνος και αυτόχειρας!


Δεν ήταν απείρως καλύτερα να φύγη με έναν φυσιολογικό θάνατο, και μάλιστα εξιλεωτικό, όπως γίνεται όταν υπομένει ο ασθενής την αρρώστια του; Η Παναγία δεν ήξερε καλύτερα; Η σαρκική του μάνα απαιτούσε την υγεία του σώματος και αγνοούσε τον κίνδυνο του χαμού της ψυχής του παιδιού της, που τώρα είνε αιώνιος. Ενώ η στοργική Παναγία, γνωρίζοντας τον κίνδυνο, προσπάθησε να το εξιλεώση με την αρρώστια, για να σωθή η ψυχή του. Η παράλογη απαίτηση της μάνας το κατεδίκασε αιωνίως.



Είθε με απόλυτη εμπιστοσύνη να αναθέτουμε κάθε πρόβλημά μας, χωρίς υποδείξεις λύσεως, στην Παναγία· και Εκείνη, να πιστεύουμε απόλυτα, ό,τι επιτρέψει θα είνε και η καλύτερη λύση των προβλημάτων μας κατά το «γενηθήτω το θέλημά Σου».

"Απλά και ωφέλιμα..."


«Ανοιξιάτικο πρωϊνο 1841. Ημέρα Παρασκευή. Ο Νικηταράς έξω από την εκκλησία της Ευαγγελίστριας στόν Πειραια. Με το χέρι απλωμένο ζητά την ελεημοσύνη των περαστικών. Είναι σχεδόν τυφλός. Μετά τις κακουχίες, φυλακίσεις καί εξορίες από την γερμανοκρατούμενη και τότε! «ελληνική κυβέρνηση», μόλις πριν λίγους μήνες αφέθηκε ελεύθερος. Στον πάμπτωχο στρατηγό χορηγείται άδεια να επαιτεί* κάθε Παρασκευή και μόνο στην συγκεκριμένη θέση. Σήμερα μπροστά του στέκεται κάποιος ξένος. Απεσταλμένος από την πρεσβεία Μεγάλης Δυνάμεως. Πληροφορήθηκαν την ανέχεια του ένδοξου οπλαρχηγού. Και θέλησαν να τον συνδράμουν.Ο Νικηταράς μόλις κατάλαβε τον ξένο, μάζεψε αστραπιαία το απλωμένο χέρι του.
- Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρωτά ο ξένος.
- Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα.
- Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο;
- Η πατρίδα μού έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο ήρωας.
Είδε και απόειδε ο απεσταλμένος. Γύρισε να φύγει χαιρετώντας ευγενικά. Με τρόπο αφήνει να του πέσει ένα πουγγί με χρυσές λίρες ώστε να μην προσβάλει τον πάμφτωχο στρατηγό. Ο ασπρομάλλης γέρο-Νικήτας άκουσε τον ήχο και ψαχουλεύει γύρω του. Βρήκε το πουγγί. Το ψηλάφισε και φώναξε στον ξένο. Σου έπεσε το πουγγί σου. Πάρτο για να μην το βρει κανείς και το χάσεις!»
Ανίκητος στον πόλεμο. Απτόητος στην μάχη της ζωής.
Χαίρε και πάλι χαίρε, αθάνατη, ορθόδοξη ψυχή ελληνική!

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

"Απλά και ωφέλιμα"



Κάποιος, κάπου, κάποτε πήγε για επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Επίσκεψη και όχι προσκύνημα! Σχεδίαζε να παραμείνει στον Άθωνα έξι μέρες, μόλις όμως γνώρισε από κοντά τη μοναστική ζωή των αγιορειτών μοναχών άλλαξε γνώμη και δεν έβλεπε την ώρα να επιστρέψει στον πολιτισμό, όπως ο ίδιος το έθετε και το διαλαλούσε με μεγάλο θράσος. Έφτασε στην Ι. Μονή Σταυρονικήτα, η οποία θα ήταν και ο τελευταίος σταθμός της αρχικά εξαήμερης εν τέλει τριήμερης περιήγησής του. Μάλιστα, κορόιδευε την παρέα του, διότι, όπως έλεγε, έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά και όχι όπως εκείνος, που μέτραγε τις ώρες για να βγει στον έξω κόσμο και επιτέλους να ελευθερωθεί. Στην είσοδο τις μονής τους υποδέχτηκε ο καλόγερος με λουκούμι και ρακί, έδειξε στους επισκέπτες-προσκυνητές τα δωμάτιά τους και τους ενημέρωσε για το πρόγραμμα των ακολουθιών. Η ώρα ήταν 12.00 το μεσημέρι και στις 16.00μ.μ. είχε εσπερινό. Ο φίλος μας την προηγούμενη μέρα είχε παραστεί σε αγρυπνία που διήρκεσε 12 ώρες. Αμέσως λοιπόν έπεσε για ύπνο και το μόνο που άκουσε ήταν το σήμαντρο, το οποίο σήμανε στις 16,00 ακριβώς και καλούσε όλους τους παρευρισκόμενους για τον εσπερινό. Ξύπνησε και σκουντουφλώντας κυριολεκτικά, έφτασε στο Καθολικό της μονής, όπου θέλοντας και μη παραβρέθηκε σωματικά στον εσπερινό. Και λέω σωματικά, διότι πνευματικά το μόνο που σκεφτόταν ήταν πότε θα ξεμπέρδευε, για να συνεχίσει τη δουλειά από την οποία τον έκοψε το καταραμένο σήμαντρο, έτσι έλεγε συνέχεια μέσα του. Επιτέλους, τελείωσε ο εσπερινός, ο κόσμος όμως δεν έφευγε, καθώς περίμεναν να θέσουν σε προσκύνημα τα ιερά λείψανα αγίων, που φυλάσσονται στη μονή. Μέσα στο τσούρμο πήγε και αυτός. Καθώς έλεγε είχε πάρει το κολάι, αφού και στις άλλες μονές που είχε πάει δεν έκανε άλλη δουλειά από το να ασπάζεται νεκρά κόκαλα, που ούτε παλμό είχαν ούτε θερμότητα ούτε ανάβλυζαν μύρο, παρά τα όσα έλεγαν οι αγιορείτες πατέρες. Προσκύνησε λοιπόν και ετοιμαζόταν να φύγει, παρόλο που ο υπόλοιπος κόσμος παρέμενε εντός του Καθολικού, όταν ο Παππούλης που βρισκόταν εκεί είπε με σπαστή φωνή, όσο μπορούσε δυνατή: «Παιδιά μου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ στο όνομα του γλυκού μας Ιησού, πείτε μου ποιο από σας δε μύρισε από τα ιερά λείψανα τη θεία ευωδιά που βγάζουνε»; Εκείνος σταματάει ξαφνιασμένος στην είσοδο, αυτό δεν το είχε ξανακούσει σε κανένα μοναστήρι. Αμέσως, πηγαίνει μπροστά στον παπά και με ύφος προκλητικό του λέει: «Εγώ». Τότε ξεπετάχτηκαν και καμιά δεκαριά ακόμη. Ο σεβάσμιος ιερέας πηγαίνει μπροστά στα ιερά λείψανα και με γλυκιά φωνή αρχίζει να ψέλνει το τροπάριο του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη. Το πρόσωπο του, κίτρινο από τις χημειοθεραπείες, άρχισε να λάμπει τόσο πολύ, που στο τέλος δεν μπορούσες να το κοιτάξεις. Ο γνωστός αυτός φοβήθηκε από αυτό που είδε και τότε συνειδητοποίησε ότι την ίδια στιγμή τα ιερά λείψανα άρχιζαν να ευωδιάζουν τόσο έντονα και γλυκά, που δε χόρταινες να εισπνέεις. Σε λίγο, το πρόσωπο του ιερέα σταμάτησε να φωτίζει, όμως η θεία ευωδιά από τα οστά ήταν τόσο έντονη, που ξεχύθηκε έξω από το Καθολικό, απλώθηκε σε όλη τη μονή και ακολουθούσε τους επισκέπτες ακόμη και στην Τράπεζα και στα δωμάτια τους. Όσοι την είχαν αμφισβητήσει, έκλαιγαν σα μωρά παιδιά και έλεγαν ότι εξαιτίας των αμαρτημάτων τους δεν μπορούσαν να την μυρίσουν αρχικά. Τη νύχτα κανείς δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα ξεκίνησαν για την Ι. Μονή Ιβήρων. Η μυρωδιά τους ακολουθούσε ως τα μισά του δρόμου...

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

"Απλά και ωφέλιμα..."


Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε πάνω στα βουνά ένας άγριος ληστής. Ο ληστής αυτός ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλης της περιοχής.
Ήταν γιγαντόσωμος, μαυριδερός και πυκνά γένια σκέπαζαν όλο του το πρόσωπο και του έδιναν μια αγριωπή όψη. Στα άγρια μάτια του καθρεπτιζόταν η σκληρότητα της καρδιάς του.
Πολλές φορές κατέβαινε στις κοντινές πόλεις κι έκλεβε διάφορα τρόφιμα, κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Άλλοτε έστηνε καρτέρι σε ανυποψίαστους διαβάτες, έκλεβε ό,τι κουβαλούσαν πάνω τους κι αν του αντιστέκονταν δεν δίσταζε να τους σκοτώση. Ήταν ένας άγριος και πολύ κακός ληστής! Τις νύχτες οι άνθρωποι νωρίς-νωρίς κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τους και δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους.

Κάποτε λοιπόν ο ληστής αυτός, καθώς περιπλανιόταν αναζητώντας νέα θύματα, έχασε το δρόμο του και βρέθηκε στην έρημο. Ένα απέραντο σεντόνι από άμμο απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ψυχή δεν φαινόταν πουθενά. Ο ήλιος με τις καυτερές του ακτίνες έκαιγε τον τόπο. Απότομοι και κοφτεροί βράχοι στραφτάλιζαν στο καθρέπτισμα των ακτίνων του.
Έντονη δίψα ξέραινε τα χείλη του ληστή και έκαιγε τα σωθικά του. Πόσο επιθυμούσε μια σταγόνα δροσιάς! Τον κυρίευσε απελπισία.
Και ξαφνικά, ενώ σερνόταν από την κούραση και την εξάντληση πάνω στην καυτή άμμο, διακρίνει από μακριά μια ανθρώπινη φιγούρα μέσα σε μια χαράδρα. Μέσα του φτερούγισε η ελπίδα. Συγκεντρώνει όσες δυνάμεις τού απόμειναν και πλησιάζει προς τα εκεί. Ένα μικροκαμωμένο γεροντάκι, σχεδόν ρακένδυτο, κρατούσε στα χέρια του ένα τσίγκινο ποτήρι και περίμενε υπομονετικά ώρες και ώρες να το γεμίση με νερό από τις στάλες που έπεφταν από το σφιχταγκάλιασμα δυο βράχων.
Παραξενεύτηκε ο ληστής∙ τι γύρευε το γεροντάκι σ’ αυτή την ερημιά όπου μόνο άγρια θηρία συναντούσε κανείς;
- Γέρο, γρήγορα, του λέει, δωσ’ μου το νερό σου να το πιω, αλλιώς τη χάνεις τη ζωή σου.
- Μετά χαράς, παιδί μου, του λέει ο γέροντας και του προσφέρει πρόθυμα το κύπελλο. Το πίνει μονομιάς ο ληστής και, αφού ξεδίψασε, κοιτάζει εξεταστικά το γέρο.
- Καλά, του λέει, τι κάνεις εσύ εδώ μονάχος μες στην ερημιά, χωρίς νερό, χωρίς ανθρώπους; Δε φοβάσαι τα άγρια θηρία; Τόσες πόλεις υπάρχουν εδώ τριγύρω, μες στην ερημιά διάλεξες να μείνης, γέρος άνθρωπος;
- Για την αγάπη του Χριστού, παιδί μου, του απάντησε ο γέροντας.
Απόρησε ο ληστής και μια ταραχή τον συνεπήρε, καθώς ένοιωσε το γαλήνιο βλέμμα τού γέροντα να τον διαπερνά ολόκληρο.
- Πάμε στην καλύβα σου, του λέει, θέλω να μου δώσης όλα τα υπάρχοντά σου.
- Πάμε, παιδί μου, απαντάει πρόθυμα ο γέροντας.
Προχώρησαν αρκετή ώρα μέσα στην ανυπόφορη ζέστη.
- Πάρε παιδί μου, ό,τι θέλεις, του λέει ο γέροντας, μόλις έφτασαν στην καλύβα του.
Τάχασε ο ληστής. Πρώτη φορά τού έλεγαν να κλέψη ό,τι επιθυμούσε. Τι να κλέψη όμως από την καλύβα του παππούλη; Δεν είχε σχεδόν τίποτα. Ένα μισοτελειωμένο καλάθι, το εργόχειρό του, ένα παμπάλαιο, φθαρμένο από τη χρήση βιβλίο για τις προσευχές του, ένα κομποσχοίνι κρεμασμένο στον τοίχο και το τσίγκινο ποτήρι του. Αυτά ήταν όλη κι όλη η περιουσία του!
- Γέρο, είσαι πολύ φτωχός, του λέει.
- Για την αγάπη του Χριστού, παιδί μου.
Τώρα ήταν που απόρησε για τα καλά ο ληστής. Ποια ήταν αυτή η αγάπη του Χριστού για την οποία ο γέροντας υπομένει τόσες στερήσεις; Σίγουρα θάναι καμιά βασίλισσα κι αν μείνη μαζί του ίσως καταφέρη να βγάλη κάποιο κέρδος για τον εαυτό του.
Ο γέροντας όλη τη νύχτα ξαγρυπνούσε, προσευχόταν κι έκανε μετάνοιες. Ο ληστής έκανε πως κοιμόταν και τον παρακολουθούσε. Πολλές φορές τον έβλεπε να κλαίη και τότε το χλωμό του πρόσωπο έλαμπε.
Τη μέρα καθώς του μάθαινε να πλέκη καλάθια, ο γέρος σιγομουρμούριζε μια προσευχή που άρχισε να σκορπίζη σιγά-σιγά μια παράξενη γαλήνη στην ψυχή του ληστή. Ο γέροντας έτρωγε μόνο μια φορά τη μέρα, κατά τη δύση του ήλιου, ξερό ψωμί και άγρια χόρτα. Κατά το βραδάκι, μόλις άρχιζε να πέφτη η μέρα, καθόταν έξω από την καλύβα του και τότε άγρια θηρία τον πλησίαζαν κι αυτός τα χάιδευε.
Πρώτη φορά έβλεπε ο ληστής τέτοιο θέαμα, τέτοιον άνθρωπο! Το πρόσωπό του άρχισε να ημερώνη, η πέτρινη καρδιά του να μαλακώνη. Και μια μέρα δεν άντεξε άλλο και ρώτησε το γέροντα, ποια ήταν αυτή η αγάπη του Χριστού που για χάρη της ζούσε αυτή τη ζωή.
Κι ο γέροντας με το καθαρό βλέμμα που κοιτούσε πέρα μακριά, πιο μακριά κι από τον ορίζοντα και ξεσκέπαζε τα μυστικά κάθε καρδιάς, του εξήγησε πως η αγάπη του Χριστού έκανε τη φύση, τα μικρά και τα μεγάλα ζώα, την ομορφιά της μέρας και τη γαλήνη της νύχτας. Έκανε τον άνθρωπο, σταυρώθηκε από αγάπη γι’ αυτόν. Κι ίδιος δεν είναι παρά ένας φτωχός δούλος του Θεού, που το μόνο που μπορεί να κάνη χάριν αυτής της αγάπης είναι να στερηθή λίγα πράγματα πάνω στη γη.
Συγκινήθηκε ο ληστής. Κανείς δεν του ‘χε μιλήσει μ’ αυτόν τον τρόπο. Τώρα έβλεπε τη ζωή και τους ανθρώπους διαφορετικά. Ένοιωσε αυτήν την αγάπη του Χριστού να σταλάζη πάνω στην πέτρινη καρδιά του. Ζήτησε από τον γέροντα να μείνη κοντά του, ν’ αλλάξη ζωή, να τον βοηθήση να γίνη κι αυτός ένας δούλος του Χριστού.
Συγχρόνως όμως σκέψεις αμφιβολίας κατέκλυσαν την καρδιά του. Πώς μπορούσε να γίνη αυτό; Θα δεχόταν ο Χριστός για δούλο Του κάποιον που, όπως αυτός, είχε κλέψει ξένο βιος, είχε ρημάξει τόσα σπιτικά και είχε αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές; Τι έπρεπε να κάνη;
Ο γέροντας τον κοίταξε κατάματα και με σιγουριά τού είπε: Όλους τους δέχεται ο Χριστός! Και ‘σένα θα σε δεχτή, αρκεί πρώτα να τακτοποιήσης αυτά που του χρωστάς, να ξεχρεώσης τις αμαρτίες σου.
- Πώς μπορεί όμως να γίνη αυτό; ρώτησε με αγωνία ο ληστής.
- Αυτό που ζητάει από ‘σένα ο Χριστός, είναι να βρης και να του προσφέρης το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι!
- Μα αυτό είναι πολύ απλό! φώναξε ανακουφισμένος ο ληστής και ο νους του πήγε στους θησαυρούς που είχε κρυμμένους στη σπηλιά του, με τους οποίους θα μπορούσε ν’ αγοράση ό,τι επιθυμούσε.
Την άλλη μέρα κιόλας, πρωί-πρωί, ο πρώην ληστής έβαλε το δισάκι του με τα απαραίτητα στον ώμο, χαιρέτησε το γέροντα και ξεκίνησε να φέρη σε πέρας το σκοπό του. Φτερά έβαλε στα πόδια του!
Γύρισε πολιτείες και χωριά, ταξίδεψε σε μέρη άγνωστα, πέρα μακριά από τη θάλασσα, έφτασε στα πέρατα της γης. Με τα χρήματα που είχε μπορούσε να αγοράση ό,τι ήθελε, μα αυτός επιθυμούσε ν’ αγοράση το μεγαλύτερο μαργαριτάρι.
Τέλος, βρήκε ένα μαργαριτάρι ίσο με το μέγεθος ενός φουντουκιού, το αγόρασε δίνοντας όλα του τα υπάρχοντα και χαρούμενος γύρισε στο γέροντα.
Ο γέροντας τον κοίταξε καλά-καλά και του είπε: «Ευλογημένε, αυτό είναι ένα κοινό μαργαριτάρι, δεν είναι το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι!»
Τώρα τι να κάνη ο ληστής; Απογοητευμένος πήρε ξανά τους δρόμους. Διέσχισε τις πιο μακρινές πολιτείες, πέρασε ωκεανούς, γνώρισε λογής-λογής ανθρώπους, ρώτησε τους σοφούς της γης, μα κανείς δεν ήξερε να του πη, κανείς δεν είχε δη πού βρισκόταν το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι.

Τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν, τα μαλλιά του άσπρισαν, τα πόδια του κουράστηκαν. Απελπισμένος πως ποτέ δεν θα ‘βρισκε αυτό που γύρευε, ωδήγησε πάλι τα βαριά του βήματα στο καλύβι του γέροντα.
- Γέροντα, φωνάζει, γέροντα, πού είσαι; Μα απάντηση δεν πήρε καμιά.
Χορταριασμένη η αυλή, έρημο το καλυβάκι και πιο έρημη η ψυχή του ληστή. Και δίπλα, παραμελημένο το μνήμα του γέροντα μ’ έναν ξύλινο σταυρό που έγραφε: «Εδώ αναπαύεται ο δούλος του Χριστού Μακάριος».

Ράγισε η καρδιά του ληστή! Κάθισε κοντά στο μνήμα του γέροντα κι ένοιωσε μοναξιά και θλίψη να τον κυριεύουν. Με μιας ήρθε στο νου του όλη του η ζωή. Νοστάλγησε τις ειρηνικές στιγμές που έζησε μαζί με το γέροντα, το γαλήνιο βλέμμα του, την αστείρευτη αγάπη του. Τώρα σίγουρα θα βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά του Χριστού που τόσο αγάπησε και θα απολαμβάνη όλα τα αγαθά που στερήθηκε εδώ στη γη. Με τον ίδιο όμως τι θα γίνη, που δεν μπόρεσε με το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι να ξεχρεώση τις αμαρτίες του; Γιατί να έχη κάνει τόσο κακό; Πόσο πίκρανε το Χριστό! Δεν υπάρχει πια γι’ αυτόν σωτηρία, είναι απελπισμένος από την αγάπη Του, καταδικασμένος.
Και τότε, από τα κουρασμένα του μάτια κύλησε πάνω στην παλάμη του ένα πύρινο δάκρυ. Ένα μοναδικό, πολύτιμο δάκρυ! Κάνει με το μανίκι του να σκουπίση το δάκρυ και… τι να δη! Έλαμπε μέσα στη χούφτα του ένα ξεχωριστό μαργαριτάρι! Ήταν το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι! Ήταν το δάκρυ της μετάνοιας.

"Mεγάλη Επετειακή Εκδήλωση της Ι. Μητροπόλεως"


Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

"Απλά και ωφέλιμα..."


Κάποτε, ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ βγήκε στον απογευματινό του περίπατο. Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι και ζητούσε βοήθεια.

Ο Ντοστογιέφσκυ ψάχνει τις τσέπες του να βρεί κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ωρολόγι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.

Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας κοκκίνησε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: ” Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω” . Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: ” Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα. Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρώ αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω”.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Ο Θεός ό,τι επιτρέπει το κάνει από αγάπη και για το καλό μας


Faith

Σε ένα πλοίο που ταξίδευε στο πέλαγος ταξίδευε και ένας αξιωματικός με την σύζυγό του. Μετά από λίγο η θάλασσα φουρτούνιασε και το πλοίο κινδύνευε να βουλιάξει. Η γυναίκα πλησίασε τον άνδρα της, τον αξιωματικό που ήταν ατάραχος και τον ρωτά: «Δεν φοβάσαι; Θα  πνιγούμε». Ο αξιωματικός βγάζει το σπαθί του, το πλησιάζει στο λαιμό της και της λέγει: «Εσύ τώρα δεν φοβάσαι; Όχι του απαντά η σύζυγος. Γιατί δεν φοβάσαι; την ρωτά και πάλι. Διότι γνωρίζω πόσο με αγαπάς. Αν λοιπόν δεν φοβάσαι, διότι σε αγαπώ ή δεν θέλω το κακό σου, πολύ περισσότερο μας αγαπά ο Ουράνιος πατέρας μας και δεν θα επιτρέψει να πάθουμε κακό. Και αν ακόμη επιτρέψει να πνιγούμε, θα το κάμει για το καλό μας.

(Αρχιμ. Ιωήλ  Γιαννακοπούλου: «Η  ζωή  του  Χριστού» τόμος  πρώτος)

Η αναβίωση της Ορθοδοξίας στη Ρωσία (Βίντεο)

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

" ΚΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ "


 ΚΑΛΗ    ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
 
Τώρα  βρισκόμαστε  στο  στάδιο  της  Αγίας  Τεσσαρακοστής.  Να  αυξηθεί  η προσευχή.  Να  αυξηθεί  η  ανάγνωση.  Να  αυξηθεί  η  Αρετή.
Κάθε  βράδυ  να  αγρυπνείτε  περισσότερο  στην  Προσευχή.
Να  παύσουν  τα  λόγια.  Να  λείψουν  οι  κουβέντες,  διότι  με  τη  σιωπή  θα  κατορθώσετε  το  παν.