Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Πως είναι δυνατόν να περάσουν χίλια χρόνια σαν μία ημέρα; (Μέρος Α')


Ζούσε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι κάποιος μοναχός, ο οποίος συνεχώς αναρωτιόταν: «Στον Παράδεισο, πως είναι δυνατόν να περνούν χίλια ολόκληρα χρόνια και όμως να φαίνονται σαν μία ημέρα; Τοσο ωραία είναι εκεί και τέτοια μακαριότητα επικρατεί; Αλλά πάλι… χίλια χρόνια σαν μία μέρα; Πώς γίνεται;».
Ο μοναχός αυτός, ο οποίος είχε το διακόνημα του νεωκόρου και ήταν αρκετά προχωρημένος στην πνευματική ζωή, προσευχόταν στην κυρία Θεοτόκο με αυτά τα λόγια: «Παναγία Μητέρα μας, παρακάλεσε τον Υιό Σου και Σωτήρα μας να μου δείξει πως είναι δυνατόν τα χίλια χρόνια να φαίνονται σαν μία ημέρα.
Διότι είμαι βέβαιος ότι τα λόγια του Αγίου Πνεύματος είναι αληθινά». Έτσι προσευχόταν ο μοναχός για τρία χρόνια και τελικά ο Θεός του έδειξε.

Κάποιο απόγευμα λοιπόν ο μοναχός, μετά τη νυχτερινή ακολουθία, έμεινε μόνος του στο ναό, για να διαβάσει τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου. Ακούμπησε τον σκούφο του στο αναλόγιο και, κρατώντας στο χέρι του το κλειδί της εκκλησίας, διάβαζε.
Ξαφνικά, μπαίνει μέσα στην εκκλησία ένας αετός και κάθεται επάνω στο τέμπλο. Και ήταν μάλιστα τόσο ωραίος αυτός ο αετός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει άλλον σαν κι αυτόν.
Τα φτερά του είχαν πολλά και πανέμορφα χρώματα και στο καθένα από αυτά υπήρχε και από μία πολύτιμη πέτρα, ενώ στο κεφάλι του είχε κάτι που έμοιαζε με κότσο. Στάθηκε λοιπόν στο τέμπλο και κοιτούσε γύρω-γύρω με τα κατάμαυρα μάτια του.
Βλέποντας ο μοναχός τον αετό στο εικονοστάσιο, σταματά την προσευχή του και, πέφτοντας σε πειρασμό, προσπαθεί να βρεί κάποιον τρόπο για να τον αιχμαλωτίσει: «Αν τα καταφέρω, δεν χρειάζεται να αποκτήσω άλλη περιουσία στη ζωή μου. Ακόμη κι ένα φτερό του να αποκτήσω, θα είμαι ευχαριστημένος!».
Αρχίζει λοιπόν να τρέχει προς τον αετό, αλλά εκείνος, με κάποια δυσκολία στο πέταγμα, απομακρύνεται προς το μέσον της εκκλησίας. Ο μοναχός από πίσω του. Δοκιμάζει και πάλι να τον πιάσει, αλλά ο αετός πετάει προς το προαύλιο. «Πώ πώ! Θα τον χάσω. Κύριε βοήθησέ με να τον πιάσω!»… Φτάνει κοντά του, απλώνει τα χέρια του να τον αγγίξει, κι εκείνος ανοίγει τα φτερά του και φεύγει, πετώντας όμως σε χαμηλό ύψος. Βγαίνουν και οι δύο έξω από την εκκλησία, στην αυλή του μοναστηριού. Ο αετός απομακρύνεται λίγο, πετάει προς τους κήπους της μονής και προσγειώνεται επάνω στον ξύλινο φράχτη. Μόλις ο νεωκόρος τον πλησιάζει, ο αετός ανοίγει ξανά τα φτερά του και μπάινει στο δάσος. Ο μοναχός από πίσω… Πηδάει τον φράχτη και συνεχίζει να τρέχει φωνάζοντας: «Κύριε, βοήθησέ με να τον πιάσω! Σε παρακαλώ, Κύριε, βοήθησέ με».
Τον πλησιάζει ξανά, μα μόλις κάνει να τον πιάσει, ο αετός και πάλι του ξεφεύγει και μπαίνει σ΄ ένα μεγάλο ξέφωτο. «Κύριε, μη με εγκαταλείπεις. Βοήθησέ με να τον πιάσω!». Φτάνει πάλι κοντά, απλώνει τα χέρια του, αλλά το πουλί ανοίγει ξανά τα φτερά, πετάει για λίγο και κάθεται πάνω σ’ ένα έλατο. Ο μοναχός τότε, από τη στενοχώρια του, αρχίζει να κλαψουρίζει: «Κύριε, ούτε ένα φτερό του δεν είμαι άξιος να αποκτήσω…». Στρέφει πάλι το βλέμμα στον αετό του δεν είμαι άξιος να αποκτήσω…». Στρέφει πάλι το βλέμμα στον αετό και καθηλώνεται από την ομορφιά του: «Ω Θεέ μου, τι όμορφο πουλί! Ποτέ στη ζωή μου δεν ξαναείδα παρόμοιο!».

Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο αετός αρχίζει να ψάλλει! Η ψαλμωδία που φτάνει στα αυτιά του μοναχού είναι τόσο γλυκιά, που τον αφήνει εκστατικό. Μόνο που ο αετός δεν ήταν αετός˙ ήταν άγγελος με τη μορφή αετού, αλλά ο μοναχός βέβαια δεν το ήξερε. Κι έτσι έμεινε εκεί, ακίνητος, για τριακόσια πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια ν’ ακούει την ουράνια ψαλμωδία. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει κάτι ανάλογο.
Όταν λοιπόν πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, ο μοναχός είχε την εντύπωση πως είχε περάσει μόνο μία ώρα. Και σε όλο αυτό το διάστημα ούτε κουράστηκε ούτε πείνασε ούτε δίψασε ούτε γέρασε! Μα και κανείς δεν τον είχε δει˙ ούτε εκείνον ούτε και τον αετό.
Τελικά, ο αετόμορφος άγγελος πέταξε μακριά, αφήνοντας τον μοναχό ολομόναχο και με το κλειδί της εκκλησίας στο χέρι ακόμη, να μονολογεί: «Πώ πώ τι έπαθα…Αλίμονό μου! Έφυγα τόσο βιαστικά, που ούτε τον σκούφο μου δεν πήρα. Και άφησα και την εκκλησία ξεκλείδωτη για μία ολόκληρη ώρα… Τρέχω να την κλειδώσω!».
Επέστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να την κλειδώσει, αλλά όμως το μοναστήρι του ήταν αγνώριστο! Η εκκλησία ήταν σκεπασμένη με διαφορετικά υλικά, τα κελλιά ήταν αλλοιώτικα. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. «Κύριε», αρχίζει να μονολογεί σαστισμένος, « ή εγώ έχασα τα μυαλά μου ή… τι να πω, δεν ξέρω. Μια ώρα μόνο έλειψα και γυρίζοντας αντικρύζω ένα άγνωστο μοναστήρι…». Και τρέχει γρήγορα στον πορτάρη (τον θυρωρό) της μονής.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

" Ο Σοφός Πνευματικός..."

 



   
Ένας άρχοντας πλούσιος εθησαύριζε κατά πολλά, ποτέ δεν ήθελε μήτε να εξομολογηθεί μήτε ελεημοσύνη να κάμει. Είχεν ένα υιόν έως δέκα χρονών. Ήλθε καιρός και αρρώστησε ο άρχοντας εκείνος. Του έλεγον οι ιδικοί του να εξομολογηθεί, να κάμη δια την ψυχήν του τίποτε, αυτός τους έλεγεν: Άς είναι καλά το παιδί μου, εκείνο έχει να κάμη δια την ψυχήν μου. Όλος με τον διάβολον ήτο, και η γνώμη του δεν ήλλαζεν.

    Εις τον τόπον εκείνον ήτο ένας πνευματικός ενάρετος. Πηγαίνει και ξυρίζει τα γένεια του, ενδύεται φορέματα κοσμικά και πηγαίνει εις το σπίτι του πλουσίου. Κτυπά εις την πόρταν, βγαίνουν και τον ερωτούν τι γυρεύει. Απεκρίθη πως είναι ξένος άνθρωπος και έτυχα εδώ, λέγει, εις την χώραν σας, έμαθα πως είναι ο άρχοντας της χώρας άρρωστος και ήλθα να τον ιδώ και εγώ, επειδή είμαι ιατρός. Ευθύς τον εδέχθησαν. Ήσαν όλοι οι συγγενείς του γύρω του και τον επαράστεκαν. Τους λέγει: Πως είναι ο άρρωστος; Απεκρίθη ο άρρωστος και του λέγει: Αχαμνά είμαι, αφέντη. Λέγει ο ιατρός: Τι σου λέγουν οι ιατροί της χώρας σας; Λέγει ο άρρωστος: Με λέγουν πως είμαι αχαμνά δια τον θάνατον. Τον πιάνει από το χέρι και του λέγει ο πνευματικός ιατρός: Και εγώ το λέγω ότι πεθαίνεις. Μα ανίσως και ευρίσκετο ένα ιατρικόν οπού γνωρίζω, δεν απέθνησκες. Του λέγει: Τι ιατρικόν είναι εκείνο οπού χρειάζεται να εύρωμεν; Καμώνεται πως δεν ηξεύρει και ερωτά: Έχει κανένα παιδί; Του είπαν πως μόνον ένα έχει. Του λέγει ο πνευματικός: Να μη λυπάσαι, το ιατρικόν σου ευρέθη. Εγώ σου υπόσχομαι πώς δεν αποθνήσκεις.

    Γυρεύει να του δώσουν ένα φλυτζάνι νερό και αλεύρι. Τα ανακατώνει και καμώνεται πώς και κάτι άλλο ιατρικόν βάνει μέσα και λέγει: Τώρα το ιατρικόν είναι έτοιμον, μόνον χρειάζεται να έλθη το παιδί σου εδώ, να του σπάσω το δάκτυλόν του το μικρόν με το βελόνι, να στάξει τρεις σταλαγματιές αίμα, να σου το δώσω να το πίης και ευθύς να γίνης καλά. Το παιδί έπαιζε με τα άλλα παιδία. Στέλλουν ευθύς και του λέγουν: Έλα, παιδί μου, οπού ήλθεν ένας ιατρός να κάμη τον πατέρα σου καλά. Το παιδί ήθελε να παίξη, όμως το έφεραν. Καθώς το βλέπει ο ιατρός του λέγει: Έλα, παιδί μου, να σου σπάσω το μικρόν δάκτυλον μ’ ένα βελόνι, να στάξη τρεις σταλαγματιές αίμα εδώ μέσα οπού έχω κάτι ιατρικόν, να δώσω να το πίη ο πατέρας σου, να γίνει ευθύς καλά. Λέγει το παιδί: Ετρελλάθηκα ή επαλάβωσα να χαλάσω εγώ το δάκτυλόν μου; Λέγει ο ιατρός: Εις σε, παιδί μου, κρέμαται ή να ζήση ή ν’ αποθάνη. Δεν βλέπεις πόσα εσύναξε να σου αφήσει; Λέγει το παιδί: Ζήση δεν ζήση, εγώ δεν χαλώ το χέρι μου. Και έφυγε.

    Λέγει ο ιατρός του άρχοντος: Εγώ είμαι ο πνευματικός της χώρας και το έκαμα τούτο, δια να σου δείξω πώς από το παιδί σου μη ελπίζης τίποτε δια την ψυχήν σου να σου κάμη. Τότε σηκώνεται ο άρρωστος. Εγώ, λέγει, εκόλασα την ψυχήν μου δια το παιδί μου, να του αφήσω πολλά, και εκείνο δεν το εβάσταξε η καρδιά του να δώση τρείς σταλαγματιές αίμα δια την ζωήν μου;
Καλά λέγεις, πνευματικέ μου. Ευθύς γυρεύει τα δευτέρια του, τας ομολογίας του και τα ξεσχίζει. Εμοίρασεν όλα του τα πράγματα, δεν άφησε τίποτε, και το παιδί του το κατέστησε πάμπτωχον, και εκέρδισε τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε.

    Τώρα όσοι έχετε παιδιά, μη ελπίζετε και λέγετε, πως είναι καλό το παιδί μου και εκείνο έχει να φροντίσει δια την ψυχήν μου. Ό,τι κάμνει ο άνθρωπος μόνος του, εκείνο ευρίσκει εις την άλλην ζωήν.


Διδαχαί Αγίου Κοσμά Αιτωλού

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

" Ομιλία στην Αναπλαστική Σχολή Πατρών "

 
 
Την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013 στις 7:00μ.μ. στην Αναπλαστική Σχολή Πατρών
(Ιωνίας 47) θα μιλήσει 
o κ. Δημήτριος Τσερεγκούνης
φιλόλογος-θεολόγος

" Ο σπόρος του Αυτοκράτορα..."




Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. 
Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε. "Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας".

                

Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε. "Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ό,τι έχει φυτρώσει απ' αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτός, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!"

               

 Ένα αγόρι που λεγόταν Λίνγκ, ήταν εκεί εκείνη την ημέρα και όπως όλοι οι άλλοι, πήρε κι αυτός ένα σπόρο. Πήγε σπίτι του και γεμάτος ενθουσιασμό διηγήθηκε στη μητέρα του τι συνέβη. Η μητέρα του τον βοήθησε να βρει μια γλάστρα και χώμα κι αυτός φύτεψε το σπόρο και τον πότισε προσεχτικά. Του άρεσε να τον ποτίζει κάθε μέρα και να παρακολουθεί να δει αν είχε φυτρώσει.

                

Ύστερα από τρεις εβδομάδες περίπου, μερικοί από τους άλλους νέους, άρχισαν να μιλούν για τους σπόρους τους και για τα φυτά που άρχισαν να μεγαλώνουν.


Ο Λίνγκ συνέχισε να παρακολουθεί το σπόρο του, αλλά τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Πέρασαν τρεις εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες, πέντε εβδομάδες κι ακόμα τίποτα. Τώρα όλοι οι άλλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα φυτά τους, ο Λίνγκ όμως δεν είχε φυτό και αισθανόταν αποτυχημένος.

Πέρασαν έξι μήνες κι ακόμα δεν φύτρωσε τίποτα στη γλάστρα του Λίνγκ. Άρχισε να πιστεύει ότι είχε σκοτώσει το σπόρο του. Όλοι οι άλλοι είχαν δέντρα και ψηλά φυτά, αυτός όμως τίποτα. Όμως ο Λίνγκ δεν έλεγε τίποτα στους φίλους του. Απλά περίμενε να φυτρώσει ο σπόρος του.
               

Τελικά πέρασε ένας χρόνος και όλοι οι νέοι του βασιλείου έφεραν τα φυτά τους στον αυτοκράτορα για επιθεώρηση. Ο Λίνγκ είπε στη μητέρα του ότι δεν θα πήγαινε μια άδεια γλάστρα, αλλά αυτή τον συμβούλεψε να πάει. Και επειδή ήταν τίμιος με ό,τι συνέβη και παρ' όλο που αισθανόταν αδιαθεσία στο στομάχι, παραδέχτηκε ότι η μητέρα του είχε δίκιο. Πήγε λοιπόν την άδεια γλάστρα του στο παλάτι. Όταν έφτασε εκεί ο Λίνγκ έμεινε κατάπληκτος από την ποικιλία των φυτών που καλλιέργησαν οι άλλοι νέοι. Ήταν όμορφα σε όλα τα σχήματα και μεγέθη. Ο Λίνγκ ακούμπησε την άδεια γλάστρα του στο πάτωμα και πολλοί από τους άλλους άρχισαν να τον περιγελούν. Μερικοί τον λυπήθηκαν και του είπαν. "Δεν πειράζει, προσπάθησες για το καλύτερο".

               

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

" Tο παράπονο του Ελύτη..."

 
   Αναρωτιέμαι μερικές φορές: Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά, πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
  Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
  Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις , πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
  Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
   Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
   Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Να μην κρίνουμε τους άλλους από αυτό που βλέπουμε


Κάποια μέρα ένας μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς έτρεχε στο δρόμο μέσα στη χρυσή του άμαξα, περιστοιχισμένος από τους αυλικούς του. Κι εκεί που πήγαιναν όλοι μαζί, συνάντησαν σε μια γωνιά του δρόμου δύο άνδρες με σκισμένα, βρόμικα ρούχα και πρόσωπα μαραμένα από την άσκηση. Ο βασιλιάς κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για αγίους ανθρώπους του Θεού, που το σώμα τους είχε λιώσει από τη νηστεία, τους ασκητικούς αγώνες και την αϋπνία, ενώ η ψυχή τους έλαμπε από το φως του Θεού. Σταμάτησε λοιπόν αμέσως, κατέβηκε από την άμαξα και έπεσε γονατιστός στα πόδια τους, κάνοντας μετάνοιες. Στη συνέχεια σηκώθηκε και ασπάστηκε το χέρι τους με σεβασμό. 
Οι αυλικοί του όμως, δε χάρηκαν καθόλου με αυτό που είδαν. Όλη την ώρα μουρμούριζαν:
-Δες εδώ… Είναι σωστό τώρα αυτό; Ένας ολόκληρος βασιλιάς, και τόσο ένδοξος μάλιστα, να φέρεται έτσι;
-Άκουσον, άκουσον. Να πέσει στα πόδια των ζητιάνων! Πώ πώ ντροπή…
Δεν τολμούσαν όμως να πουν τίποτα στον ίδιο, αλλά πήγαν στον αδελφό του:
-Θα σε παρακαλέσουμε να πεις στο βασιλιά μας, άλλη φορά να μην εξευτελίσει έτσι τη φήμη και το βασιλικό του στέμμα! Αυτό κι αυτό έκανε στο δρόμο που πηγαίναμε…
Κι εκείνος ο καημένος κάποια στιγμή το μετέφερε στον αδελφό του, ο οποίος όμως τον κατσάδιασε για την απερισκεψία και την ανοησία του και τον έδιωξε κακήν κακώς από κοντά του.
O βασιλιάς αυτός είχε τη συνήθεια, όταν επρόκειτο να τιμωρήσει κάποιον με θάνατο, να στέλνει έξω από το σπίτι του έναν αγγελιαφόρο, για να τον ειδοποιεί με τη σάλπιγγα. Έτσι όποιος άκουγε τον ήχο της σάλπιγγας έξω από την πόρτα του γνώριζε ότι την επόμενη μέρα δε θα ζούσε.
Όταν λοιπόν βράδιασε, ο βασιλιάς έστειλε τον αγγελιαφόρο με τη σάλπιγγα να σαλπίσει έξω από την πόρτα του αδελφού του. Μόλις εκείνος άκουσε τη σάλπιγγα του θανάτου, τρομοκρατήθηκε. Όλη τη νύχτα την πέρασε ξάγρυπνος, μέσα στην αγωνία και την απελπισία! Και ταυτόχρονα, προσπάθησε όπως όπως να τακτοποιήσει όλα τα θέματα του σπιτιού του, ώστε να είναι έτοιμος για ό,τι θα ακολουθούσε.
Όταν ξημέρωσε, φόρεσε όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς του – η γυναίκα και τα παιδιά του – μαύρα, πένθιμα ρούχα κι αμέσως μετά πήγε στον αδελφό του το βασιλιά, κλαίγοντας και στενάζοντας για το τρομερό κακό που τον περίμενε.
Μόλις τον είδε ο βασιλιάς να κλαίει έτσι, τον κάλεσε ιδιαιτέρως, σε κάποιο δωμάτιο.
-Βρε άνθρωπε ανόητε και απερίσκεπτε! του είπε. Εάν εσύ φοβήθηκες τόσο πολύ από τη σάλπιγγα του θανάτου και τον αδελφό σου, που είναι άνθρωπος σαν και σένα και που απέναντί του σε τίποτα δεν έσφαλες ούτε είσαι ένοχος για κάτι, πώς μπόρεσες να κατηγορήσεις εμένα, που ασπάστηκα με ταπείνωση τους αγγελιαφόρους του Θεού μου; Εκείνοι, βρε, μου υπενθυμίζουν τον θάνατο και τη φοβερή κρίση του Θεού, πολύ περισσότερο από όσο η σάλπιγγα αυτή! Διότι άνθρωπος είμαι κι εγώ κι έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου και μεγάλες αμαρτίες ενώπιον του Θεού. Ησύχασε λοιπόν. Μόνο την ανοησία σου ήθελα να σου δείξω και γι’ αυτό σε τρόμαξα με τη σάλπιγγα.
-Συγχώρεσε σε με, αδελφέ μου, που τόσο απερίσκεπτα σε κατέκρινα, του απάντησε ανακουφισμένος εκείνος.
-Εντάξει, αδελφέ μου, σε συγχωρώ. Αλλά σε λίγο θα διαπιστώσεις και μόνος σου την ανοησία εκείνων που σε παρακίνησαν να έρθεις και να μου πεις αυτά τα πράγματα.
Και αφού με τον τρόπο αυτό τον καθησύχασε και τον συνέτισε, τον άφησε να πάει στο σπίτι του. Κατόπιν πρόσταξε τους τεχνίτες του να φτιάξουν τέσσερα ξύλινα κιβώτια. Τα δύο από αυτά τους είπε και τα κάλυψαν ολόκληρα με φύλλα χρυσού, τα γέμισαν με δυσώδη οστά και τα σκέπασαν με επίχρυσο καπάκι.
Τα άλλα δύο τα άλειψαν εξωτερικά με πίσσα, τα γέμισαν με πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και αρώματα και τα τύλιξαν με ένα τρίχινο πλεκτό από μαλλί γίδας.
Ύστερα κάλεσε τους άρχοντες και τους φίλους τους, εκείνους δηλαδή που τον είχαν κατακρίνει, επειδή γονάτισε μπροστά στους ανθρώπους του Θεού. Έβαλε λοιπόν μπροστά τους όλα τα κιβώτια και τους ζήτησε να εκτιμήσουν την αξία αυτών που ήταν επικαλυμμένα με φύλλα χρυσού και των άλλων, που είχαν την επίστρωση πίσσας.
Εκείνοι βέβαια του απάντησαν ότι τη μεγαλύτερη αξία την έχουν τα κιβώτια που ήταν επενδυμένα εξωτερικά με φύλλα χρυσού, πιστεύοντας ότι μέσα τους κρύβονταν θησαυροί, πολύτιμα πράγματα και πολυτελή υφάσματα, ενώ για τα άλλα, που ήταν αλειμμένα με πίσσα, είπαν ότι δεν είχαν καμμία αξία.
-Ήξερα πολύ καλά τι θα λέγατε! τους απάντησε ο βασιλιάς. Μόνο που κάνατε λάθος… Διότι ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε ένα πράγμα ή άνθρωπο από αυτό που εκ πρώτης όψεως βλέπουμε, αλλά πρέπει προηγουμένως να εξετάζουμε το εσωτερικό του, εάν είναι άξιο τιμής ή περιφρόνησης.
Οι άρχοντες τον άκουγαν με απορία: «Τί να εννοούσε, άραγε;».
-Ανοίξτε τα χρυσά κιβώτια! πρόσταξε τους υπηρέτες του.
Και μόλις εκείνοι άνοιξαν τα κιβώτια, ξεχύθηκε από μέσα τους μια ανυπόφορη δυσωδία. Παραξενεμένοι οι αυλικοί πλησίασαν κοντά και διαπίστωσαν πως το περιεχόμενο ήταν πράγματι απωθητικό και αξιοκαταφρόνητο.
-Έτσι ακριβώς μοιάζουν κι εκείνοι που είναι ντυμένοι με ωραία και ακριβά ρούχα και υπερηφανεύονται για τη μεγάλη τους περιουσία και για τη δόξα τους, ενώ η καρδιά τους είναι γεμάτη από έργα πονηρά, αμαρτωλά και βρόμικα, είπε με νόημα ο βασιλιάς.
Αμέσως μετά πρόσταξε ν’ ανοίξουν και τα κιβώτια που ήταν αλειμμένα με πίσσα. Όταν τα άνοιξαν, μία εξαίσια ευωδία πλημμύρισε το δωμάτιο και, πλησιάζοντας οι αυλικοί του, διαπίστωσαν ότι περιείχαν πολύτιμα πράγματα, ακριβά και σπάνια.
-Ξέρετε με τι μοιάζουν αυτά τα κιβώτια; συνέχισε ο βασιλιάς. Με εκείνους τους δύο ταπεινούς ανθρώπους, που ήταν ντυμένοι προχθές με σκισμένα ρούχα, που τα μάγουλά τους ήταν ζαρωμένα και τα πρόσωπά τους χλωμά από την άσκηση και τους κόπους. Κι εσείς τους είδατε και αμέσως με κατακρίνατε, επειδή τους έβαλα μετάνοια. Όμως εγώ, αντιλαμβανόμενος με τα μάτια της ψυχής την καθαρότητα και τη λαμπρότητα των ψυχών τους, που ήταν άγιες και γι’ αυτό πολυτιμότερες και από το στέμμα μου και από τη βασιλική μου δόξα, ώστε όλα μου τα μεγαλεία να είναι μπροστά τους ένα μηδενικό, τους πλησίασα ταπεινά ζητώντας την ευλογία τους.
Μ’ αυτό τον τρόπο τους δίδαξε ο σοφός βασιλιάς ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνουν την αξία του κάθε πράγματος και του κάθε ανθρώπου από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, αλλά μονάχα από τα εσωτερικά του γνωρίσματα.

" Xειροτονία Πατρών Χρυσοστόμου "


Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

"8 Χρόνια από την χειροτονία του Πατρών Χρυσοστόμου "


   20.02.2005-20.02.2013

 Ίσως οι πολλές ευχές να κουράζουν, να φαντάζουν ουτοπία και να θυμίζουν μια καθιερωμένη συνήθεια που ευκαίρως ακαίρως πρέπει να επαναλαμβάνουμε.

   Ωστόσο όταν η ευχή συνοδεύεται από προσευχή ουσιαστική και καρδιακή, αποκτά αξία και από ένα άπιαστο όνειρο γίνεται ένα θεϊκό δώρο που όντως δεν αναμέναμε στη ζωή μας.

    Γι' αυτό που σήμερα εορτάζει, την επέτειο της χειροτονίας εις Επίσκοπον,  ο Μητροπολίτης μας κ.κ.Χρυσόστομος, ευχόμαστε ως πνευματικά του τέκνα και προσευχόμαστε, ο Καλός Θεός να ευλογεί και να στηρίζει τον αληθινό άνθρωπο, τον ακούραστο και άοκνο Πατέρα, τον γνήσιο Ιεράρχη, τον Ελληνορθόδοξο παπά που στο πρόσωπό του επαληθεύεται " το τοιούτος ημίν έπρεπε Αρχιερεύς".



ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΠΡΟΒΛΗΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΤΡΩΝ, ΗΜΩΝ ΔΕ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΜΕΝΑΡΧΟΥ ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΕΤΗ

" ΑΡΧΙΜ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ: ΧΑΡΑ, ΛΥΠΗΣ ΟΛΕΘΡΟΣ "

    Ο πόνος, η στενοχώρια, η αγωνία, η ψυχική τραγωδία είναι αποτέλεσμα
της πτώσεως του ανθρώπου, η οποία οφείλεται στον εγωισμό του.

Οι αναθυμιάσεις του, εγώ γεννούν στην ψυχή την στενοχώρια, ενώ η
φυσιολογική της κατάσταση είναι η χαρά, διότι ο Θεός είναι ειρήνη, είναι
χαρά, και η ψυχή είναι εμφύσημα* του Θεού, δημιουργήθηκε από Αυτόν και οδεύει προς Αυτόν.

Επομένως, η στενοχώρια είναι ξένη και αδικαιολόγητη μέσα στην ανθρώπινη ζωή.


   Και όμως σήμερα δεν βρίσκεις άνθρωπο χαρούμενο, που σημαίνει πως δεν βρίσκει κανείς άνθρωπο ισορροπημένο, ήρεμο, φυσιολογικό.



    Η στενοχώρια είναι αρρώστια τρομερή που μαστίζει την οικουμένη, η
μεγαλυτέρα ίσως βάσανος της ανθρωπότητος, το μεγαλύτερό της δράμα. Δεν
είναι απλώς τα προοίμια της κολάσεως αλλά η βίωσις της κολάσεως από της
παρούσης ζωής.



    Έλλειψις χαράς σημαίνει έλλειψις Θεού, ενώ η χαρά απόδειξις της
παρουσίας αυτού. Εάν κανείς είναι κοσμικός άνθρωπος και τέρπεται επί
τοις επικήροις, χαίρεται για τις ηδονές, για τα παροδικά και μάταια,
αυτός ίσως έχει κάποια ηδονή, κάποια ευχαρίστηση, αλλά στην
πραγματικότητα, αν προσέξει κανείς, θα δει ότι υπάρχει θλίψις και
στενοχώρια στην ζωή του, όπως λέγει η Αγία Γραφή: <θλίψις και
στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν>.



    Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει χαρά εκεί όπου υπάρχει παράβασις της
εντολής του Θεού, όπως είναι αδύνατον να υπάρχει στενοχώρια με την
εφαρμογή του νόμου του Θεού.



    Χαρά, Λύπης Όλεθρος. Λύπη είναι ένα ξίφος που έρχεται αιφνιδίως και
χτυπάει το σώμα, ιδιαίτερα όμως την ψυχή του ανθρώπου. Και μάλιστα κάτι
που εξέρχεται από την κακία των ανθρώπων, από την αμαρτία, από την
δυσωδία, από την αντίθεση των άλλων. Η λέξη λύπη είναι συγγενής προς την
λέξη λύμη, η οποία σημαίνει πληγή, κάτι που στάζει πύον. Επομένως, λύπη
είναι η κατάσταση της ψυχής, η οποία στάζει πύον. Κυρίως προέρχεται από
βέλη τα οποία εξακοντίζονται από την κακία των ανθρώπων ή και από τις
κακίες της δικής μας ψυχής. Η λύπη εδώ δεν είναι αυτό που λέμε,
είμαι λυπημένος. Όταν λέμε, είμαι λυπημένος, κατά κανόνα εννοούμε, ζω
τις αναθυμιάσεις της δικής μου αμαρτίας, της δικής μου εγωπάθειας, της
δικής μου απομονώσεως από τον Θεό. Όταν οι πατέρες ομιλούν για την λύπη,
εννοούν κάτι διαφορετικό.


Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

«Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου πάρεξ Ἐλευθερία καί Γλῶσσα» (Διον. Σολωμός)


                                                   





                    Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
 
Ἕνα κείμενο (ἐπιστολή) τοῦ 1916, ἔγινε ἀφορμή νά κάνω αὐτές τίς σκέψεις καί νά τίς μοιραστῶ μαζί σας.
Στό κείμενο αὐτό ἀποτυπώνεται, ἡ καλλιγραφία ἡ ὁποία ἐντυπωσιάζει, ἡ ὀρθογραφία, ἡ σύνταξη τοῦ λόγου καί ὁ σεβασμός στό πρόσωπο πρός τό ὁποῖο ἀπευθύνεται.
Ἕνας, νέος τότε στήν ἡλικία, ἀπό ἕνα χωριό τῆς Ἀρκαδίας, ἀπευθύνεται στόν ἀδελφό τῆς συζύγου του, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται στό ἐξωτερικό. Ἐπειδή ἐγνωρίσαμε τά πρόσωπα αὐτά, ὅταν εὑρίσκοντο σέ μεγάλη ἡλικία, μᾶς ἐντυπωσιάζει τό γεγονός ὅτι ὁ ἀποστολεύς ἦτο ἀπόφοιτος μόνο τοῦ Σχολείου τῆς ἐποχῆς, ἀλλά ἡ θέλησή του γιά μάθηση τόν ἀνέδειξε τόσο, ὥστε νά τόν ζηλεύουν καί καθηγηταί φιλόλογοι.
Ἐνδεικτικά παρουσιάζομε κάποια σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς.
«...Ἤδη ἀγωνιῶντες ἀναμένομεν ὅπως ἡσυχάσωσι τά πράγματα, διά νά σᾶς ἀπολαύσωμεν καί ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ὅπως ποθεῖ ἡ πάλλουσα καρδία μας...», καί παρακάτω
 «...πρός δέ τούτοις, σᾶς παρακαλῶ ὅπως μᾶς πληροφορήσητε περί τῶν αὐτόθι ἐργασιῶν, ἐάν διαρκῶς ἐργάζεσθε, μέ πόσον ἡμερομίσθιον κ.τ.λ., καί ὅ,τι ἄλλο γνωρίζετε ἐκ τοῦ αὐτόθι νέου κόσμου...».
Σκεπτόμεθα ἐξ ὅλων τῶν ἀνωτέρω, τά ἑξῆς:
Τό πρῶτο εἶναι ὅτι καί ὁ τρόπος τῆς ἐπικοινωνίας ἔχει πλέον ἀλλάξει. Σπανίως ἀποστέλλονται, ἕως καθόλου, ἐπιστολές πρός ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἄλλα μέρη. Τό τηλέφωνο, καί κυρίως τό διαδίκτυο καί τά σύγχρονα ἠλεκτρονικά μέσα ἔφεραν ἐπανάσταση στήν ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων. Οὐδείς βεβαίως καταδικάζει τήν πρόοδο καί τήν ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας, πού εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί μόνο ἔτσι πρέπει νά θεωρῆται καί νά χρησιμοποιῆται.
Ἐκεῖνο ὅμως τό ὁποῖον ἐχάθη, εἶναι ἡ ἔκφραση τῶν σκέψεων καί ἡ τύπωσή τους, ὥστε νά ἔχουν διαχρονικότητα, καί μέσα ἀπό τήν γραφή νά διατηρῆται ἡ μνήμη, ἡ ὀμορφιά τῆς ἐκφράσεως, ὅπως χαράσσεται ἐπί χάρτου, ἀπαιτοῦσα τήν ἀνάλογη προσοχή καί λεπτότητα.
Ὁ σημερινός τρόπος ἐπικοινωνίας χαρακτηρίζεται γιά τήν προχειρότητα καί τήν ἔλλειψη προσοχῆς στήν ἔκφραση καί στά νοήματα. Ἀκόμη γιά τήν πτωχεία ὡς πρός τήν γνώση τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, καί συνελόντ’ εἰπεῖν γιά τήν λεξιπενία, ὡς θά ἔλεγε καί ὁ σύγχρονος γλωσσολόγος.
Παλαιότερα στά σχολεῖα καλλιεργεῖτο ἡ καλλιγραφία. Ἀπό τόν τρόπο γραφῆς δίδεται, κατά ἕνα μεγάλο μέρος, τό στῖγμα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Φαίνεται ἡ ἐσωτερική κατάσταση καί ἡ ψυχική ἁρμονία. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἀλληγορική ἔκφραση τοῦ Λαοῦ: «Αὐτός ἔχει καλά δείγματα γραφῆς...». Ἐνθυμοῦμαι τήν προσπάθεια τήν ὁποία κατέβαλαν οἱ δάσκαλοι, γιά νά ἀσκοῦνται οἱ μαθηταί στήν καλλιγραφία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ σταθερότητα καί ὄχι βιασύνη, συγκέντρωση σκέψεως καί προσοχή, ἀρετές οἱ ὁποῖες βοηθοῦν εἰς ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ζωῆς. Στό τέλος ἀπολαμβάνει κανείς ἕνα ἔργο τῶν χειρῶν του, μετά ἀπό ἄσκηση ἤ καί καλλιέργεια ἑνός ταλάντου τό ὁποῖο ἔχει δοθῆ ἀπό τόν Θεό. Τώρα ὅλα αὐτά ἐξέλιπαν.
Τό δεύτερο εἶναι ἡ ὀρθογραφία. Ἡ κάθε γλῶσσα ἔχει τήν ὀρθογραφία της. Ἡ δική μας γλῶσσα ἔχει ἁρμονία καί ποιητικότητα καί τό κάθε γράμμα της καί σημεῖο στίξης προδίδουν τόν πλοῦτο της, ἀλλά καί τήν λεπτότητα καί τήν χάρη πού τήν κάνουν μοναδική καί τῆς δίδουν ξεχωριστή θέση ἀνάμεσα σέ ὅλες τίς γλῶσσες τοῦ κόσμου.
Τά τελευταῖα χρόνια συντελέστηκε ἕνα μεγάλο ἔγκλημα στήν πατρίδα μας. Κάποιοι ἐτόλμησαν, ὤ τῆς ἱεροσυλίας, νά καταστρέψουν τήν γλῶσσα μας. Μέ μεθοδικότητα καί ὀργανωμένο σχέδιο κατάφεραν νά γκρεμίσουν τό ὡραιότατο αὐτό πνευματικό οἰκοδόμημα καί νά ἐπιχαίρουν ἐπί τῶν ἐρειπίων, καυχώμενοι γιά τό θλιβερό ἐπίτευγμά τους. Ὡς ταφόπετρα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας, ἦλθε τό πολυδιαφημισθέν μονοτονικό, πού συνέτεινε, μαζί μέ τίς ἄλλες προσπάθειες τῶν σφαγέων τῆς πολιτιστικῆς καί πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς, στήν ἀγραμματοσύνη τῶν νεωτέρων γενεῶν τῶν Ἑλλήνων.
Τό χειρότερο ὅμως εἶναι ἡ ἀνοχή ὅλων τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τῆς χώρας στό ξήλωμα τοῦ γλωσσικοῦ πνευματικοῦ μας πλούτου. Ποῦ ἦταν ἆρα γε τότε καί πού εἶναι καί τώρα ἡ Ἀκαδημαϊκή κοινότητα; Στήν κραυγή ἀγωνίας τῆς Ἐκκλησίας, πού πολλάκις ἐξεφράσθη καί ἐκφράζεται γιά τό φρικτό ἔγκλημα, ἀντέταξαν κάποιοι, ὅτι εἴμαστε ὀπισθοδρομικοί, ἀμετανόητοι, ὀνειροπόλοι καί ἀποτελοῦμε τροχοπέδη στήν προσπάθεια γιά ἐκσυγχρονισμό τῆς χώρας.
Τί θά εἴχαμε ὅλοι μας νά ποῦμε, τήν στιγμή πού στήν Γαλλία καί στήν Ἱσπανία ξεσηκώθηκε ὁ πνευματικός κόσμος, ὅταν προσεπάθησαν κάποιοι κύκλοι νά ἀφαιρέσουν, ἁπλά μικρά σημάδια ἀπό μία καί μόνο λέξη;
Καθώς σκέπτομαι τήν ἀποδόμηση, ἡ ὁποία ἔγινε ἐσκεμμένως καί καθ’ ὑπόδειξιν στήν πατρίδα μας, αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά κάνω ἕνα παραλληλισμό, πού θά προκαλέσῃ αἴσθηση.
Τί θά λέγατε, ἄν ἕνας κρατικός ἐπίσημος φορέας, κάθε ἡμέρα ξήλωνε ἕνα κομμάτι ἀπό τόν Παρθενῶνα; Δέν θά ἔπρεπε κάποιος νά ἀντιδράσῃ; Καί ὅμως στήν περίπτωση τῆς γλώσσας κανείς δέν ἀντέδρασε. Ἡ καταστροφή τῆς γλώσσας ἔγινε σταδιακά. Κατάργηση τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τῆς γραμματικῆς κλπ. Τό Ὑπουργεῖο Παιδείας μέ τίς κατά καιρούς ἡγεσίες του, θαρρεῖς ὅτι εἶχε ὡς στόχο του τήν ἀποσάθρωση τῆς γλώσσας. Εἶναι τεράστια ἡ εὐθύνη τῶν πολιτικῶν ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος.
Μάλιστα εἶναι τραγικό νά ἀκούῃ κανείς, ὅτι ἡ σύγχρονη παιδαγωγική ἀπαιτεῖ, τά σφάλματα τῶν μαθητῶν στά γραπτά τους, νά μή διορθώνονται μέ κόκκινο στυλό, γιατί δημιουργοῦνται, δῆθεν, στά παιδιά ψυχολογικά προβλήματα...! Εἴμαστε δυστυχῶς γιά γέλια καί γιά κλάματα μαζί. Στό σημεῖο αὐτό θά χρησιμοποιήσω λόγια ἀπό μιά ὁμιλία τοῦ Ἐλύτη στούς Ἕλληνες μετανάστες τῆς Σουηδίας τό 1979. Εἶπε ὁ ποιητής μεταξύ τῶν ἄλλων: «...Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμαστε οἱ μόνοι σέ ὁλόκληρη τήν Εὐρώπη πού ἔχουμε τό προνόμιο νά λέμε τόν οὐρανό «οὐρανό» καί τήν θάλασσα  «θάλασσα», ὅπως τήν ἔλεγαν ὁ Ὅμηρος καί ὁ Πλάτωνας πρίν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δέν εἶναι λίγο αὐτό. Ἡ γλῶσσα δέν εἶναι μόνον ἕνα μέσο ἐπικοινωνίας. Κουβαλάει τήν ψυχή τοῦ Λαοῦ μας καί ὅλη του τήν ἱστορία καί ὅλη του τήν εὐγένεια».
Τό τρίτο εἶναι ἡ ἔλλειψη λεπτότητος στήν ἔκφραση καί ἐν πολλοῖς σεβασμοῦ στά πρόσωπα, στοιχεῖα τά ὁποῖα φαίνονται καί ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀπευθυνόμαστε στούς ἄλλους.
Δέν θά σταθῶ στήν συχνή χρήση τοῦ πληθυντικοῦ σέ περασμένες ἐποχές, ἀλλά στήν χάρη τοῦ λόγου καί στήν καλλιέπεια τῆς προσφορᾶς του πρός τόν εἰς ὅν ἀπευθύνεται. Εἶναι ἀπογοητευτικό τό φαινόμενο τῆς ἐλλείψεως τρόπων καί καλῆς, ὀρθῆς ἐκφράσεως πρός τούς ἄλλους, σήμερα. Ἡ «ἀργκώ», ὅπως εἶναι γνωστός ὁ τρόπος ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καί δή τῶν νέων τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι φαινόμενο πνευματικῆς ἐκπτώσεως καί καταπτώσεως.
«Τό κεφάλαιο τῆς χώρας μας πού λέγεται “Ἑλληνική γλῶσσα” δέν τό ἔχομε ἀξιοποιήσει ὅσο θά ἔπρεπε ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος. Μέσα στή χώρα μας ὡς “ἀξία”, πού συνδέεται ἄμεσα μέ τόν Πολιτισμό, τήν Ἱστορία, τήν νοοτροπία, τήν ἴδια τήν ταυτότητά μας καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, μέ μιά ποιότητα σκέψης πού ἀναγκαστικά περνάει μέσα ἀπό τήν γλῶσσα. Καί φυσικά μέ μιά ποιότητα Παιδείας, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐν πολλοῖς στή γλῶσσα. Ἔξω ἀπό τήν χώρα μας πάλι δέν ἔχουμε προβάλλει τήν ἑλληνική γλῶσσα μέ σωστό καί οὐσιαστικό τρόπο - ὄχι μέ μεγαλοστομίες καί ἀλαζονεία. Τί προσφέρει ἡ γνώση τῆς Ἑλληνικῆς στούς ὁμιλητές ἄλλων εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν γιά μιά βαθύτερη κατανόηση τῆς σημασίας ἀπαιτητικῶν λέξεων τῆς δικῆς τους γλώσσας, ὅταν ἀποτελοῦν δάνεια ἀπό τήν Ἑλληνική». (Καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης).
Εὐτυχῶς, ναί εὐτυχῶς, πού ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία γιά μιά ἀκόμη φορά κάνει τό χρέος της ἔναντι τῆς διατηρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἐμεῖς παρά τίς ὅποιες ἀντιδράσεις, θά παραμείνωμε πιστοί στήν διατήρηση ἀκεραίας τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς, τήν ὁποία παρελάβαμε, κάνοντας τό καθῆκον μας ἔναντι τοῦ ἱστορικοῦ μας παρελθόντος, τοῦ παρόντος, πού χωρίς αὐτά τά ἐρείσματα ἀποβαίνει καθ’ ἡμέραν οἰκοδόμημα σαθρόν καί ἑτοιμόρροπον, καί κυρίως τοῦ μέλλοντος, ἐάν ἐπιθυμοῦμε νά ἔχωμε ὡς ἔθνος καί ὡς λαός συνέχεια καί συνέπεια. «Ναί, μητέρα μας εἶναι ἡ γλῶσσα μας, πατρίδα μας εἶναι ἡ γλῶσσα μας, ὅσο καί ἄν ἀγαπᾶμε τίς ἄλλες γλῶσσες, τίς ἄλλες χῶρες» (Μ. Τριανταφυλλίδης).
Πάντοτε ὅταν φτάνωμε σέ ἀδιέξοδα, ἀναζητοῦμε λύσεις. Ὅταν εὑρισκώμεθα μπροστά σέ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια, ψάχνομε γιά διεξόδους. Ὅταν αἰσθανώμεθα ὅτι καταποντιζόμεθα, ἀτενίζομε μέ κραυγή ἀγωνίας τόν οὐρανό.
Πιστεύω ὅτι σέ τέτοιο ἐπίπεδο ἔχομε φτάσει σχετικά μέ τό θέμα τό ὁποῖο θίγομε σήμερα.
Θά ὑπάρξουν ἆρα γε κάποιοι ὑπεύθυνοι καί σοβαροί πνευματικοί ἡγέτες καί ταγοί, οἱ ὁποῖοι θά θελήσουν νά κάνουν τό χρέος τους ἔναντι τοῦ πνευματικοῦ πλούτου τῆς χώρας μας, ἤ θά ἀφήσωμε νά μᾶς παρασύρῃ συνεχῶς τό ρεῦμα, μέ βεβαία τήν πνευματική μας, σύν τοῖς ἄλλοις, καταστροφή;
Μιά ματιά γύρω μας, στήν σύγχρονη παιδεία καί παροχή γνώσεων, ἀλλά καί στήν ὅλη κατάσταση πού ἐπικρατεῖ στόν τόπο μας, θά μᾶς πείσῃ ὅτι πρέπει, ὡς οἷον τε τάχιον, νά ἀρχίσωμε μέ ἐργώδεις καί κοπιώδεις προσπάθειες τήν ἀνοικοδόμηση, ἡ ὁποία θά ἔχῃ πολύ κόστος, σέ αἷμα καί πνεῦμα.      
«Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοί στήν Παράδοση, ὅσοι δέν ἀρνηθήκαμε τό γάλα πού βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ καταπάνω στήν ψευτιά. Καταπάνω σ’ αὐτούς πού θέλουνε τήν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρίς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρίς μυρωδιά». (Φώτης Κόντογλου) 

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Οι δύο υποτακτικοί και η αγάπη


Ήταν ένας ασκητής κι είχε δυο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν και αν είναι έτοιμοι για την βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι για αυτό από τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης, που απείχε πολλές ώρες από την δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μέσα στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς από το πρωί, ώστε να φτάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε το απόγευμα. Οι υποτακτικοί είχα προχωρήσει αρκετά, όταν ξαφνικά άκουσαν βογγητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαρειά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:

- Πάρτε με, σας παρακαλώ, τους έλεγε, γιατί εδώ είναι ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει; Εσείς είστε δυο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.
- Δεν μπορούμε! Του είπαν. Βιαζόμαστε για την αγρυπνία, έχουμε πάρει εντολή να ετοιμάσουμε.
- Πάρτε με σας παρακαλώ! Αν με αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.
- Δεν μπορούμε! Τι να κάνουμε, πρέπει να πάμε στο καθήκον μας. Κι έφυγαν.

Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει τον πλησιάζει και του λέει:
- Τι έπαθες άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; από πότε είσαι εδώ; Δεν σε είδε κανείς;
- Πέρασαν το πρωί δυο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόταν να πάνε στην αγρυπνία.
- Θα σε πάρω εγώ μην ανησυχείς του λέει
- Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!
- Όχι θα σε πάω! Δεν μπορώ να σε αφήσω! 
- Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις.
- Θα σκύψω, και εσύ πιάσου από πάνω μου και λίγο λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο θα σε φτάσω.

Τον πήρε με μεγάλη δυσκολία και άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μέσα την άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις μέρες θα φτάσω». Καθώς όμως προχωρούσε, άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μην κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο. Ο άγγελος του είπε:

- Με έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δυο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Οι δυο καλόγεροι


Δυο καλόγεροι που πήγαιναν σε προσκύνημα , έφτασαν στο πέρασμα ενός ποταμού. Εκεί είδαν μια πολύ όμορφη κοπέλα , που αναρωτιόταν τι να κάμει , μιας που το ποτάμι ήταν βαθύ και δεν μπορούσε να το περάσει . Χωρίς πολλά πολλά , ο ένας από τους δύο καλόγερους , την πήρε στην πλάτη του και την πέρασε στην άλλη όχθη , όπου την άφησε στην στεριά στις όχθες του ποταμού . Ύστερα οι καλόγεροι συνέχισαν το δρόμο τους . Ο άλλος καλόγερος όμως , μετά από μια ώρα άρχισε να γκρινιάζει : " Ασφαλώς δεν ήταν σωστό ν΄ αγγίξεις τη γυναίκα . Είναι αντίθετο προς τις εντολές Του Θεού να έρχεσαι σε στενή επαφή με γυναίκες . Πώς μπορείς να κάνεις κάτι που είναι αντίθετο με τους κανόνες των μοναχών ; " Ο καλόγερος που κουβάλησε τη γυναίκα , προχωρούσε σιωπηλός . Κάποια στιγμή όμως είπε : " Eγώ κουβάλησα τη γυναίκα και την άφησα στην όχθη του ποταμού πριν από μια ώρα ! Για μένα τέλειωσε εκείνο το γεγονός ... εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη ; " ...

Πόσα στ΄ αλήθεια παιγνίδια , και σε πόσες παγίδες μας ρίχνει το ίδιο μας το μυαλό ,και οι λογισμοί και οι σκέψεις μας. Είναι ένας σκοτεινός και ατελείωτος λαβύρινθος , που αν παγιδευτούμε μέσα σ΄ αυτό ,δύσκολα θα βρούμε τη σωτήρια διέξοδο ... Ας μην πέφτουμε εύκολα στις παγίδες του πονηρού ,που στήνει καθημερινά στο δρόμο μας , με τις πλεκτάνες των λογισμών μας . Ας μην ανοιγόμαστε σε κουβέντα μαζί τους , και ας μην υποκύπτουμε στα τεχνάσματα του πονηρού , να μας οδηγήσει σε λάθος μονοπάτια ...
Ας έχουμε "πάντα ανοικτά , πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας! "

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

" Κρατώντας της, το χέρι…" π. Ιερόθεος Ανδρουτσόπουλος



Κρατώντας της, το χέρι…

 Γράφει ο: π. Ιερόθεος Ανδρουτσόπουλος



     … Κάπως έτσι ξεκίνησε μια ωραία, τρυφερή μα και συγκλονιστική για τα σύγχρονα απάνθρωπα δεδομένα ιστορία, μιας μάνας και της κόρης της…
     Χρόνια παραδοσιακά, απλά, ταπεινά και φτωχά. Οικογενειακές στιγμές, που όντως θα συγκινούσαν και τον πλέον αδιάφορο. Ο πατέρας με κόπο και μόχθο παλεύει να μεγαλώσει τα παιδιά του, η μάνα, η τροφός και υφάντρα του σπιτιού, γίνεται κάθε ημέρα θυσία για να αναστήσει τα παιδιά της. Πράγματι, τί χαρακτηριστική εικόνα, εκείνη της μάνας να κρατά από το χέρι την μονάκριβη κόρη της και να την οδηγεί με θαλπωρή και αγάπη ανεπιτήδευτη, δειλά- δειλά στα πρώτα βήματα της ζωής.
     Ένα ταξίδι ξεκινά, μια ανθρώπινη ιστορία παίζεται μπροστά μας, εμείς ας κρατήσουμε το νήμα της και ας υφάνουμε μέσα του ο καθένας τους προβληματισμούς και τα ερωτηματικά του.

    …Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν λεύτεροι σαν τα πουλιά στο μακρύ και ανάντι δρόμο της ζωής. Τώρα πια κτίζουν δικές τους οικογένειες, νέα μέλη προστίθενται σ’ αυτές, θλίψεις, χαρές, όμορφες στιγμές συνθέτουν το παζλ της ζωής τους. Μα ξάφνου, ένα απρόσμενο γεγονός, έρχεται να συνταράξει την γαλήνη και να αναπροσαρμόσει τα δεδομένα της πορείας τους.
   Τι συνέβη; Θα απορήσετε… Αγώνας, αγωνία για την μάνα που τώρα πια δείχνει τα πρώτα αρνητικά σημάδια μιας αρρώστιας που την είπαν… ναι καλά θυμάμαι… Αλτσχάιμερ . Και τώρα τί μέλλει γενέσθαι;  Ερωτήσεις απανωτές στους γιατρούς, απορίες στους ειδικούς, ψάξιμο στο internet…Ένας πανικός! Πόσο άσχημο το συναίσθημα να περιμένεις να μάθεις, να δεις τα αποτελέσματα των εξετάσεων, να σου πουν οι γιατροί. Η πορεία ήταν διαγεγραμμένη και προκαθορισμένη. Η μάνα ξέχασε ποια ήταν, δεν θυμόταν το όνομά της. Ματιές στα βλαστάρια της, μα ο χρόνος δε γυρνούσε πίσω.
   Και τώρα ενώπιον μας η εικόνα που μας συγκλόνισε…
    Η κόρη, με τρυφερότητα κρατά το χέρι της μάνας που την 
πρωτο-κράτησε στην αγκαλιά της, που δεν την καταλαβαίνει, ίσως δεν την αναγνωρίζει, την κοιτά, μα απόκριση δεν παίρνει. Την οδηγεί στο νοσοκομείο για μια κρίσιμη εξέταση. Μένει μαζί της. Εκεί, κοντά της, αφουγκράζεται την αγωνία της, χαϊδεύει το χέρι της και αισθάνεται το δικό της χάδι.  Τελικά οι καρδιές πάλλονται, στον ίδιο ρυθμό, σημαίνουν τον γλυκόηχο ήχο της αγάπης, που δεν μπορεί να ξεχαστεί, να σβήσει και να λησμονηθεί.
   Όλα όπως τότε. Τότε που η μάνα βάσταζε από το χέρι το παιδί της, τώρα το παιδί γίνεται μάνα και σηκώνει το βάρος της μητέρας, που πήρε το ρόλο του παιδιού.
   Βλέπετε, ένα άγγιγμα, μπορεί να φτάσει μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής. Να ξεπεράσει τα ανθρώπινα δεδομένα. Να δώσει δύναμη, να εμπνεύσει κουράγιο, να δείξει ευγνωμοσύνη, να εκφράσει συμπόνια… να…. Θα πεις! Ένα άγγιγμα! Ναι, ένα άγγιγμα, που όταν χρειάζεται και  πρέπει γίνεται ένα λεπτό άγγιγμα ψυχής.  Και μια συμβουλή:
   Αν χρειαστεί, τώρα ή κάποτε, σε στιγμή δύσκολη και λυπητερή, να είσαι εκεί, κοντά, δίπλα, μέσα στον πόνο, κοντά στον πονεμένο, συμπαραστάτης στον αδικημένο, να στέκεσαι όρθιος κρατώντας το χέρι, της μάνας, του πατέρα, του αδελφού, του φίλου. 
Μη διστάσεις να το κάνεις…

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Ρώτησα το Θεό και αυτός μου είπε...


Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα...
- «Σαν γονιός, ποια είναι τα μαθήματα ζωής που θα θέλατε να μάθουν τα παιδιά σας;»
Ο Θεός απάντησε χαμογελώντας:
-«Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να γίνουν άξιοι να αγαπηθούν.
-Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα που έχουμε στη ζωή... μας,
αλλά οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας.
- Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.
- Να μάθουν ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά
αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.
Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς ν’ ανοίξεις στον άλλο πληγές που μετά παίρνει χρόνια πολλά να τις γιατρέψεις.
-Να μάθουν τη συγχώρεση συγχωρώντας.
- Να μάθουν πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν ξέρουν πώς να δείξουν ή να εκφράσουν τα αισθήματά τους.
- Να μάθουν ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα …ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ!!!!
- Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο πράγμα και να βλέπουν δύο διαφορετικά πράγματα.
- Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι! Πρέπει να μπορείς να συγχωρήσεις κι ο ίδιος τον εαυτό σου.
Τέλος, να μάθουν ότι για τα παιδιά μου εγώ θα είμαι πάντα εδώ...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...