Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ανακομιδή Λειψάνων του οσίου γέροντος π. Γερβασίου Παρασκευοπούλου (Βίντεο)


Πενήντα χρόνια μετά τήν κοίμησή του, Πάτρα σπάσθηκε τά Λείψανα το γιασμένου «Παπούλη» της, το π. Γερβασίου (Παρασκευοπούλου), το διδασκάλου καί πνευματικο της δηγο. Το λαμπρο κληρικο μέ τό δαμάντινο θος, το ναρέτου,
το καμάτου καί συμβιβάστου εροκήρυκος, το παπ τς φτωχολογις, το προστάτου τν προσφύγων, το δρυτο τν Κατηχητικν Σχολείων στήν λλάδα.

            Πενήντα χρόνια μετά, Μητροπολίτης Πατρν κ.κ. Χρυσόστομος ελόγησε μέ τήν τιμία κάρα το γίου Γέροντος τόν Λαό τς ποστολικς Μητροπόλεως τν Πατρν, παρουσί τν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτν δρας, Σπετσν καί Αγίνης κ.κ. φραίμ, Κηθύρων κ.κ. Σεραφείμ, καί Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ.κ. ερεμίου, ο ποοι συμμετεχαν στίς συγκινητικές λατρευτικές κδηλώσεις.

            Πλθος Κληρικν καί Μοναχν καί πλήθη Λαο ραναν μέ δάκρυα καί μύρα καί ροδοπέταλα, τά Λείψανα το «Παπούλη» τς Πάτρας, καί πανέλαβαν ,τι σύμπας Λαός κραυγάσε κατά τήν ρα, τς ξοδίου κολουθίας του τήν 1η ουλίου 1964: «Εναι γιος!».

            Συγκλονιστικό τό κήρυγμα το Σεβ. Μητροπολίτου Πατρν Χρυσοστόμου, ποος σκιαγράφησε μέ λόγους μοναδικούς τήν προσωπικότητα το εραποστολικς ργασθέντος καί σιακς τελειωθέντος π. Γερβασίου, ποος φυγε μικρό παιδί, πάμπτωχο καί πονεμένο, πό τήν ρκαδία γιά νά δώσ τά πλούτη καί τά βάθη το πνεύματος στόν Πατραϊκό Λαό καί νά φύγ πάλι πάμπτωχος γιά τήν οράνια πατρίδα.

            Τά Λείψανα το π. Γερβασίου τοποθετήθηκαν σέ εδική Λειψανοθήκη ντός το ερο Ναο τς γίας Παρασκευς τν Κατασκηνώσεων στά Συχαινά τν Πατρν, τόν ποο Ναό κενος κτισε καί τίς ποες κατασκηνώσεις κενος δρυσε.  

            πισυνάπτεται τό κείμενο τς μιλίας το Σεβ. Μητροπολίτου Πατρν. 

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΜΙΔHΝ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ π. ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ
(29/6/2014)
Το Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρν κ.κ. Χρυσοστόμου

          «Καί τήν ράβδον... λαβέ ν τ χειρί σου καί πορεύσ... καί πατάξεις τήν πέτραν, καί ξελεύσεται ξ ατς δωρ, καί πίεται λαός» (ξοδ. 17, 5-6). 
          Δοξολογίαν ναπέμπομε σήμερον πρός τόν Δομήτορα τς κκλησίας μας, ποος χάρισε στόν ρθόδοξο Λαό του, νδρα πλήρη πνεύματος καί χάριτος ορανίου, στις ν τας σχάταις μέραις λαμψεν ς στήρ καί λύχνος πί τήν λυχνίαν τς το Κυρίου φωτοφόρου Καθέδρας, τς μις δηλαδή, γίας, καθολικς καί ποστολικς του κκλησίας.
          Γονυπετες προσκυνομε τόν Τάφο, τήν γία Κάρα καί τόν Σταυρό το μαρτυρίου το γίου ποστόλου νδρέου το Πρωτοκλήτου, το δρυτο τς τν Πατρέων κκλησίας, ποος κάλεσε νταθα ξ λλης Βησθαΐδά, τς γιοτόκου δηλονότι γς τς ρκαδίας, τόν μιμητή τν ποστόλων, Γερβάσιον τόν οίδιμο το Κυρίου θεράποντα.
          Χρέος ερό καί καθκον γιο κπληρομε σήμερον πρός τόν στοργικό πατέρα καί διδασκάλο, τόν πί δεκαετίας πνευματικς γεωργήσαντα καί εραποστολικς κλεΐσαντα καί πνευματικς τόν ερόν μπελνα το Κυρίου ν Πάτραις, πέρ το ποίου πολλά μόγησεν.
          Τιμή ποδίδομε πρός τόν πλον καί σεμνό, τόν μαθητή το γίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, τόν λιτό καί σκητικό, τόν γλυκύ καί αστηρό, τόν κριβ τηρητήν τν ποστολικν καί λληνορθόδοξων παραδόσεων, τόν μπνευσμένο, τόν πρωτοποριακό καί ρηξικέλευθο ναγεννητή τς αστηρς καί γίας λειτουργικς μας παραδόσεως, τόν γενναο καί ταλαντοχο πνευματικό, ποος συνεκίνει μέ τήν πλουστάτη παρουσία του καί νέπνεε μέ τήν πυρφόρο μορφή του.
           Εγνωμοσύνη προσφέρομε πρός τόν ποικίλοις χαρίσμασι κεκοσμημένον, τόν ς λιον λάμψαντα καί τήν γν τν Πατρν ορανώσαντα, τόν τάς ψυχάς πυρί το πνεύματος φλογίσαντα καί τάς καρδίας τ δρόσ τ ορανί δροσίσαντα, τόν νάργυρο, τόν κτήμονα πλήν μως μέγα λεήμονα, τόν πίγειον γγελο καί θερμουργό λειτουργό τν Μυστηρίων το Θεο, τόν μύστη το Λόγου, τόν φλογερό καί συμβίβαστο εροκήρυκα τς κκλησίας το Χριστο, το ποίου σύνθημα γωνιστικό το τό λόγιο το γίου ωάννου το Χρυσοστόμου, «τόν γάρ ρχοντα παντός λαμπτρος λαμπρότερον εναι δε καί βίον χειν κηλίδωτον, στε πάντας πρός κενον ρν καί πρός τόν ατο βίον τόν οκεον χαρακτηρίζειν» (μιλία ες τήν Πρός Τιμόθ. PG 62. 547)
          Εχαριστίαν κ βάθους καρδίας κφράζομε πρός τόν ζηλωτή πρεσβύτερο, τόν δρυτή τν Κατηχητικν Σχολείων ν λλάδι, τόν παπά τς φτωχολογις, τόν προστάτη τν προσφύγων, τόν ν καιρος δυσχειμέροις πρωτοσύγκελλο καί πρωτέκδικο το μεγάλου ρχιεπισκόπου θηνν Χρυσάνθου, τόν κατ’ χνος τόν Χριστό κολουθήσαντα, τόν γενναον τ ψυχ, τόν σχυρόν τ φρονήματι, τόν τ πίστει κλόνητον, τόν νεπανάληπτο ερουργό τν το Θεο ερν Μυστηρίων, τόν δρυτή τς ναπλαστικς Σχολς Πατρν, τς Σχολς Βιοτεχνίας καί Χειροτεχνίας, τς Σχολς ναλφαβήτων ν Πάτραις, νηπιαγωγείου, παιδικν κατασκηνώσεων κλπ. (πρωτοποριακές κινήσεις γιά τήν ποχή του), μέγαν εεργέτη τς πόλεως καί τς κοινωνίας τν Πατρν.
          Πάντες ελαβς ποκλινόμεθα νώπιον το γνησίου λληνος ρθοδόξου Κληρικο, «ες τήν καρδίαν το ποίου σκει μεγίστην γοητείαν λληνική Πατρίς, στε νά προσληφθ κατόπιν ατήσεώς του κατά τήν θρυλικήν ξόρμησιν το 1912-13, ς θελοντής στρατιωτικός ερεύς ες τήν στρατιάν τν Εζώνων. Καί γωνίσθη πορευόμενος μετά τν ετοπόδων ατν τέκνων τς λλάδος, νερχόμενος ες δυσπροσίτους ροσειράς καί ες πολυνέκρους συγκρούσεις, τρέχων πολλάκις ες τήν πρώτην γραμμήν το πυρός, διά νά προσφέρ τάς πηρεσίας του —Θείαν Μετάληψιν, εράν ξομολόγησιν— ες τινα τοιμοθάνατον εζωνον» (Μητροπολίτης πρώην δρας ερόθεος Τσαντίλης).
          Γόνυ ψυχς καί σώματος κλίνωμεν νώπιον το πεπυρωμένου θεί ρωτι γιασμένου Γέροντος, διά τόν ποον σχύουν κατά πάντα ο λόγοι το ν γίοις Πατρός μν ωάννου το συγγραφέως τς Κλίμακος, ποος θέλει τόν ερέα:
          α) Πατέρα,
          β) Διδάσκαλον,
          γ) ατρόν, καί
           δ) Κυβερνήτην.
          ντως π. Γερβάσιος νεδείχθη  Πατήρ, ποος γάπησεν περβαλλόντως τά τέκνα του καί γωνίσθη προκειμένου νά τά προστατεύσ κ τν προβατοσχήμων λύκων, τν αρετικν δηλαδή καί τς μανίας το πολεμήτορος χθρο.
          ς πατήρ χρησιμοποίησε λη τήν δύναμη τς ψυχς του ν γάπ, αστηρότητι παιδαγωγικ καί δικαιοσύν. « ερεύς βιώνει να μαρτύριο, καθ’ τι διά τς λειτουργικς προσευχς πέρ λης τς νθρωπότητος, βυθίζεται στόν κεανό τόν νθρωπίνων παθημάτων» (Γέροντας Σωφρόνιος το σσεξ, ψόμεθα τόν Θεόν καθώς στί, σελ. 253).
          πόνεσε π. Γερβάσιος καί κλαυσε μέ τόν πόνο τν νθρώπων, τούς στήριξε στήν δυναμία καί στήν ταλαιπωρία τους, στήν νεργία, στήν νέχεια, λλά καί χάρηκε λόψυχα στήν χαρά τους. κουσε πί ρες τίς γωνίες τν νέων, ξενύχτησε προσευχόμενος γι’ ατούς. Γι’ ατό καί σήμερα τά κγονα ατο το Λαο το προσφέρουν τά ντίδωρα τς υϊκς τους γάπης.
          Τί νά επωμε περί τς διότητός του ς διδασκάλου τν πό Θεο ποκεκαλυμμένων ληθειν; τρόπος του γλυκύς, πειστικός καί λόγος του τομώτερος πέρ πσαν μάχαιραν, συγκλονιστικός, ποφασιστικός, παναστατικός, μετάδοση φωτός καί πυρός, φο γνώριζε πολύ καλά τι πλέον οσιώδης νάγκη τς νθρωπίνης ψυχς εναι γνώση το ληθινο Θεο.
          σπαζόμεθα σήμερον τά Λείψανα το σοφωτάτου πνευματικού ατρο, ποος χρησιμοποίησε τά παραίτητα πνευματικά πιθήματα κατά περίπτωση, στε καί τόν πόνο νά παλύν καί τό τραμα νά πουλών καί τήν θεραπεία νά πιφέρ.
          Καταφιλομε τά για χέρια, το στιβαρο οακοστρόφου τς ερς Νηός, τήν ποία δήγησε ες εδίους λιμένας.
          Κλρος καί Λαός, ν νί στόματι καί μι καρδί, παναλαμβάνομε ,τι κούσθη μυριόστομο ν Πάτραις, κατά τήν ρα τς ξοδίου κολουθίας του, πρό πεντήκοντα τν, ν τ ερ καί πανσέπτ το γίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου Να: «γιος! γιος! γιος!». ς γιος τιμται στή συνείδηση Κλήρου καί Λαο.
          λήθεια δελφοί μου, ατά δέν εναι τά στοιχεα που συνθέτουν τήν ζωή νός γίου; ζέουσα πίστη δηλαδή, θυσιαστική γάπη, προσευχή, βιωματική μπειρία, τό νάρετον, συνελόντ’ επεν, κατά πάντα το θους του καί τς πολιτείας του; κόμη, μαρτυρία το Λαο, λλά καί θεοσημία, φο Κύριος Θεός ηδόκησε νά φαν τύπος το Τιμίου Σταυρο ντός κορμο δένδρου ( πρτος καί μοναδικός χειροποίητος Σταυρός πού πανορθοδόξως προσκυνεται), τό ποο φύτευσε μακαριστός Γέροντας στόν χρο τς παιδικς ξοχς το Προφήτου λιού Πατρν;
          Περί τς γιότητος το μεγάλου πνευματικο διδασκάλου καί δηγο το Λαο τς ποστολικς πόλεως τν Πατρν μαρτυρε καί δοκιμασία, πού προσετέθη κ τς συκοφαντίας τν νθρώπων, ο ποοι πλανηθέντες πό το διαβόλου δήγησαν τόν οίδιμον π. Γερβάσιον ες δύνην τήν ποίαν ν εχαριστί πρός τόν Θεόν καί ν γαλήν ψυχς διεξλθε. λλά πάντα τατα, διά νά λάμψ περισσότερον λήθεια καί νά φωτισθ τι πλέον προσωπικότης καί τό ργον το οιδίμου εραποστολικο νδρός, καί νά δειχθ μεγάλη γάπη καί τιμή το Λαο πρός ατόν. ξ λλου « γευθείς πνεύματος Χριστο δέν δύναται νά ποφύγ τήν συνάντησιν μετά το κεανο τν θλίψεων καί τν δυστυχιν. Οτος συμμετέχει ες τήν προσευχήν το Κυρίου, στις δωκεν ες μς τό
πόδειγμα’ (ω. ιγ’ 15)» (Γέροντας Σωφρόνιος το σσεξ, ψόμεθα τόν Θεόν καθώς στί, σελ. 367).
          π. Γερβάσιος πρξε διωκόμενος κ τς νηπιακς ατο λικίας, πρτον πό τς δυστρόπου μητρυις του. Διώκεται κόμη πό τήν πτωχεία, τήν στέρηση, τήν γυμνότητα. Διατρέχει πεζοπορν τήν πόσταση πό τήν Γορτυνία ως τήν Μονή Ταξιαρχν Αγιαλείας, που στό κε Σχολαρχεο διαπρέπει ς μαθητής, καί διά τοτο φθονεται, συκοφαντεται δεινς καί διώκεται. Δεδιωγμένος φθάνει στήν Μονή Γηροκομείου Πατρν, προστατευόμενος πό το συντοπίτου του λαμπρο εράρχου εροθέου (το Μητροπούλου). λλά καί ατός φεύγει γιά τόν ορανό νωρίς πρός μεγίστην δύνη το νεαρο τότε Γεωργίου (τσι το τό κατά κόσμον νομά του). ταν ργότερα, ερομόναχος πλέον, π. Γερβάσιος τοποθετεται γούμενος τς δίας Μονς, πιχειρεται πό τν «παλαιοκαλογήρων» δολοφονική πόπειρα ναντίον του καί ναγκάζεται νά κατέλθ καί ατο το θρόνου, γιά νά φθάσ στά Προσφυγικά τν Πατρν, στόν τόπο τν διωγμένων μαρτυρικν δελφν μας πό τά Μικρασιατικά παράλια, στε νά γίν γι’ ατούς, λλά καί γιά λους τούς Πατρινούς, λατρεμένος «Παπούλης».
          Δέν εναι τς παρούσης νά ναφέρωμε λλα στοιχεα, τά ποα συνθέτουν τήν λοφώτεινη προσωπικότητα το π. Γερβασίου καί τά ποα ν καιρ τ δέοντι θά δουν τς δημοσιότητος  τό φς.
          Θα περιορισθ μόνον σέ δύο περιστατικά, τά οποα μαρτυρον περί τς γιότητος το οιδίμου πατρός.
1. το μεσημέρι καί Γέροντας ελόγησε τήν τράπεζα στήν κατασκήνωση.
          Τήν ρα το γεύματος, Παπούλης πετάχθηκε ναστατωμένος καί ναφώνησε: «Μιά ψυχή χάνεται!». Χωρίς νά π σέ κανένα τίποτε λλο, φυγε βιαστικά, τσι πως το μέ τό ντερί καί τόν σκοφο του, καί μετέβη μέ τά πόδια σέ κάποιο σπίτι στήν περιοχή τν Μποζαϊτίκων, που διέμενε νάπηρη κοπέλα.
          ταν εσλθε, βρέθηκε μπροστά σέ σκηνή συγκλονιστική. σθενής πιχειροσε νά κόψ τίς φλέβες τν χεριν της, προκειμένου νά θέσ τέρμα στή ζωή της. Τς λέγει π. Γερβάσιος: «Τί σο κανα παιδάκι μου καί μέ φερες, γέρο νθρωπο, μέσα στό μεσημέρι δ κάτω; χεις τό φωτοστέφανο στό κεφάλι σου καί πς νά τά χάσς λα;»
           Τότε κατενόησε σθενής τό λάθος της καί μέ δάκρυα στά μάτια ζήτησε συγγνώμη πό τόν Θεό καί πό τόν Γέροντα. πέστρεψε χαρούμενος στήν κατασκήνωση καί επε: «Δόξα τ Θε! Μιά ψυχή σώθηκε!».
   2. ταν παραμονή τς Μεταμορφώσεως το Σωτρος, ρχές τς δεκαετίας το ’70. Στήν κατασκήνωση τν κοριτσιν στά Συχαινά ρχηγός ταν είμνηστη Ακατερίνη νδρικοπούλου. Παρά τίς προσπάθειες τν πευθύνων, δέν βρισκόταν ερέας νά λειτουργήσ γιά τά παιδιά τήν πόμενη μέρα, πού ταν μεγάλη ορτή. Οτε γιά πρόσφορο φρόντισαν. ξάλλου, τί νά τό καναν; Στενοχωρημένες πεσαν γιά πνο, φο προσκύνησαν γεμάτες παράπονο τόν τάφο το Γέροντα. Τό πρωί τούς ξύπνησε κτύπος τς καμπάνας το Ναο τς γίας Παρασκευς. Πετάχτηκαν ξαφνιασμένες. Ποιός χτυπ τήν καμπάνα; σπευσαν στήν κκλησία, που κπληκτες βλέπουν τόν νάρετο είμνηστο ερέα, π. Νικόλαο Κογιώνη, νά στέκεται κε καί νά περιμέν. «Πάτερ ποιός σς επε νά λθετε σήμερα νά λειτουργήσετε, λλά καί ποιός σς νοιξε τήν κλειδωμένη πόρτα τς Κατασκήνωσης;» « Παπούλης, π. Γερβάσιος, μφανίστηκε σέ μένα καί μέ κάλεσε νά λειτουργήσω γιά τά παιδιά του. διος μου νοιξε τήν πόρτα», ποκρίθηκε π. Νικόλαος. «Πάτερ, δέν χουμε πρόσφορο», επαν τό διο πορημένες. «Θά φροντίσ καί γι’ ατό Παπούλης», επε καί πάλι ελαβέστατος ερεύς. Καί πράγματι. Μιά γυναίκα κατηφορίζει πό τήν πύλη πρός τήν κκλησία, κρατντας σέ καθαρή πετσέτα τό πρόσφορό της. «Κυρία μου, πο μαθες τι χουμε κκλησιασμό καί πς ρθες τόσο πρωί;», τήν ρώτησαν. «Ξεκίνησα νά πάω τό πρόσφορό μου, πρωί-πρωί στόν γιο Νικόλαο τν Συχαινν γιά νά προλάβω τήν Προσκομιδή. λλά στόν δρόμο νας γέροντας παπάς μέ σταμάτησε καί μο επε: “Κόρη μου, πο πς; Στόν γιο Νικόλαο χει παπάς πρόσφορα. Νά τό πς στήν Κατασκήνωση, γιά νά λειτουργήσουν”, μο επε καί ξαφανίστηκε. τσι λθα». «Ποιός ταν παπάς;» πάντηση εναι φανερή.
          πιτελομε σήμερον κόμη χρέος ερό καί πρός τόν μακαριστό Μητροπολίτη δρας ερόθεο τόν Πατρέα, πνευματικό τέκνο καί νάστημα το π. Γερβασίου, ποος πρό τς σιακς κοιμήσεώς του, πολλάκις παρεκάλεσε τήν λαχιστότητά μας διά τήν νακομιδή τν λειψάνων «το οιδίμου καί ν γίοις ναπαυομένου», ς λεγε χαρακτηριστικά, π. Γερβασίου.
           Μάλιστα, μέχρι θαυμαστς λεπτομερείας, δωσε δηγίας περί το πρακτέου, μα τ συμπληρώσει πεντήκοντα τν πό τς πρός Κύριον κδημίας το Γέροντος καί Διδασκάλου τν Πατρν.
Δέος συνέχει τήν καρδία μου, ταν ναμιμνήσκωμαι τν λόγων το μακαριστο καί λαμπρο, το πολυεδρικο δάμαντος, Μητροπολίτου δρας εροθέου, ποος τήν τελευταίαν φορά τς συναντήσεώς μας, μο επε χαρακτηριστικά: «Εναι πιθυμία το ν γίοις πατρός μν Γερβασίου νά γίν νακομιδή τν Λειψάνων του, πό συντοπίτου του ρχιερέως».
          Εμαι δέ ξόχως συγκλονισμένος, διότι κατά τρόπον παράδοξο, ο ργασθέντες κατά τήν προεργασία διά τά τς νακομιδς τεχνίτες, κόμη καί βοηθός των, λκουν τήν καταγωγήν των ξ ρκαδίας, π’ που καί μακαριστός π. Γερβάσιος.
          κόμη χρέος πιτελομε ναντι το μακαρία τ λήξει γενομένου, εράρχου Μαντινείας καί Κυνουρίας Θεοκλήτου, του χειροτονήσαντος μς Διάκονον καί Πρεσβύτερον, στις μέ συμμαρτυρίαν το π. Γερβασίου εσλθεν ες τάς τάξεις το ερο Κλήρου, καί ποος χων πί το Γραφείου του τήν φωτογραφία το μακαρίου Γερβασίου καί τήν εκόνα το θαυμαστς ντός το κορμο το πεύκου φανέντος τύπου  το Τιμίου Σταυρο, πεδείκνυε δόν ρίστη, κείνη τήν ποίαν βάδισε το Θεο θεράπων κλεινός Γερβάσιος.
          Πρό πάντων δέ καθκον φειλόμενο πρός τόν Πατραϊκό Λαό, καί μάλιστα πρός τά πνευματικά τέκνα του Γέροντος, τν ποίων πόθος διακαής καιε τά σώτατά τς καρδίας των, πως πραγματοποιηθ νακομιδή τν Λειψάνων το πολυσεβάστου καί ς γίου π’ ατν τιμωμένου διδασκάλου των, καί ξιωθον νά σπασθον τά ερά στέα του, τά ποα γιάσθησαν κ τν ποικίλων πνευματικν καί σωματικν γώνων του πέρ τς δόξης το Θεο καί τς σωτηρίας τν νθρώπων.
          οίδιμε Γέροντα, τήν μέρα τς ξόδου σου κ το ματαίου τούτου κόσμου, τά πνευματικά σου τέκνα «πιπτον προσκυνητς πρό το σκηνώματός σου, χοντος στολισμένον τό πρόσωπον διά τήν τελικήν πορείαν. σπάζοντο χερας καί πόδας, κλαίοντες καί ζητοντες τήν πολυπόθητον εχήν σου» (Μητροπ. δρας ερόθεος).
          Σήμερον πλθος τν κγόνων σου, Κλρος καί Λαός, προσπίπτουσι καί πάλιν προσκυνητς πρό τν ερν Λειψάνων σου, καί ραίνουν μέ δάκρυα καί μύρα καί ρόδα τά γιασμένα στέα σου, καί λιτανεύοντες ατά πί τν μων ς θησαυρόν πολύτιμο καί ειλαμπ, ν χαρ καί γαλλιάσει κετεύουσί σε:
          «ς παρρησίαν χων πρός Θεόν, κέτευε Χριστόν τόν γαθόν, καί τας σας θερμας πρεσβείαις τν κινδύνων καί περιστάσεων φύλαττε, ερώτατε πατήρ μν Γερβάσιε.
          Δεήθητι πέρ το πισκόπου τς πόλεως ταύτης, το ερο Κλήρου, το φιλοθέου καί φιλαγίου Λαο, πέρ τν ρνίων σου τν γαπημένων, ς χαρακτηριστικά ποκαλοσες τά παιδιά καί τούς νέους».
          μες πάντες τόν Θεόν δοξάζοντες τόν σέ δοξάσαντα, χρεωστικς μνους κ καρδίας πλέκομεν καί προσφέρομέν σοι, τ οιδίμ καί γεραρ, διδασκάλ καί πατρί:
          «Χαίροις ρκαδίας θεος βλαστός, χαίροις κκλησίας ερώτατος θησαυρός, χαίροις τν Πατρέων διδάσκαλος θεος, Γερβάσιε θεόφρον σκέπε τά τέκνα σου».





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...