Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

ΔΕΥΤΕ ΑΝΑΒΩΜΕΝ... ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΤΗΣ ΓΗΡΟΚΟΜΙΤΙΣΣΗΣ - Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος


Αύριο η Πά­τρα α­νη­φο­ρί­ζει στο Μο­να­στή­ρι της Κυ­ράς της, που μα­ζί με τον Ά­γιο Α­πό­στο­λο Αν­δρέ­α την κρα­τά­νε στα χέ­ρια τους και την προ­στα­τεύ­ουν.
Προ­ερ­τά­ζει η πό­λις η ευ­λο­γη­μέ­νη, την λα­μπρά Ε­ορ­τή της Κοι­μή­σε­ως της Θε­ο­τό­κου και ε­τοι­μά­ζε­ται μα­ζί με τις Ου­ρά­νιες Δυ­νά­μεις, να υ­μνή­ση την Πα­να­γί­α μας με τα συ­γκλο­νι­στι­κά ε­όρ­τια ά­σμα­τα: «Βα­βαί των σων μυ­στη­ρί­ων Α­γνή, του Υ­ψί­στου θρό­νος, α­νε­δεί­χθης Δέ­σποι­να. Η δό­ξα σου ευ­πρε­πής, θε­ο­φθεγ­γέ­σιν ε­κλά­μπου­σα χά­ρι­σι... Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη χαί­ρε με­τά σού ο Κύ­ριος, ο πα­ρέ­χων τω κό­σμω διά σου το μέ­γα έ­λε­ος».
Ό­μως, η αυριανή σύ­να­ξη εί­ναι ξε­χω­ρι­στή και ο Λα­ός που α­νε­βαί­νει στην αυ­λή της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, με ευ­λά­βεια πολ­λή της ψά­λλει τον ξε­χω­ρι­στό ύ­μνο, τα ε­γκώ­μια, που εί­ναι α­παύ­γα­σμα, ξε­χύ­λι­σμα ευ­λα­βεί­ας προς αυ­τή, κεί­με­νο γραμ­μέ­νο ει­δι­κά για την Γη­ρο­κο­μί­τισ­σά μας, την κυ­ρά της Πά­τρας, η ο­ποί­α α­πό τον λό­φο της χά­ρι­τός της, ευ­λο­γεί την πό­λη μας και την προ­στα­τεύ­ει.
Τα ε­γκώ­μια που ψάλ­λο­νται κά­θε χρό­νο, την Κυ­ρια­κή προ της Ε­ορ­τής της Κοι­μή­σε­ως της Θε­ο­τό­κου, στην ως εί­ρη­ται Ιε­ρά Μο­νή, εί­ναι γραμ­μέ­να α­πό Ιε­ράρ­χη σε­πτό, «άν­θρω­πον ζή­λω θεί­ω πε­πυ­ρω­μέ­νον και α­ρε­τή βί­ου κε­κο­σμη­μέ­νον», τον Ε­πί­σκο­πο Πα­λαιών Πα­τρών Διο­νύ­σιο, ο ο­ποί­ος ε­γκα­τε­βί­ω­σε στην ιε­ρά της Πα­να­γί­ας μας μάν­δρα, ά­νω­θεν της με­γα­λου­πό­λε­ως των Πα­τρών. Δεν εί­ναι κεί­με­νο πρό­σφα­το, των τε­λευ­ταί­ων ε­τών δη­λα­δή, αλ­λά συ­νε­τά­γη, εν κα­τα­νύ­ξει ψυ­χής και εν ευ­λα­βεί­α με­γά­λη α­πό τον, ως ά­νω, σε­πτόν των Πα­τρών Ιε­ράρ­χη, το έ­τος 1541 μ.Χ.  και διε­σώ­ζε­το στην Βι­βλιο­θή­κη της Δη­μη­τσά­νης, ό­που και ε­νευ­ρέ­θη, για να α­ξιο­ποι­η­θή δε­ό­ντως, ό­χι μό­νο ως ύ­μνος ε­γκω­μια­στι­κός, αλ­λά και ως ι­κε­τή­ριος κραυ­γή προς την Γη­ρο­κο­μή­τισ­σα, γλυ­κυ­τά­τη Μη­τέ­ρα μας.
Ο α­οί­δι­μος προ­κά­το­χος η­μών, κυ­ρός Νι­κό­δη­μος, κα­τό­πιν μι­κράς ε­πε­ξερ­γα­σί­ας του ποι­ή­μα­τος, ε­ξέ­δω­κε τα ε­γκώ­μια σε ει­δι­κό φυλ­λά­διο, το πρώ­τον, το έ­τος 1997 και ώ­ρι­σε να ψάλ­λω­νται στο Μο­να­στή­ρι της Πα­να­γί­ας μας, την Κυ­ρια­κή προ της Ε­ορ­τής της Κοι­μή­σε­ώς της.
Γνω­ρί­ζο­με ό­τι την α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα, ως προς τα Ε­γκώ­μια, την έ­χει ο Ε­πι­τά­φιος Θρή­νος, που ψάλ­λε­ται κα­τά τον Όρ­θρο του Με­γά­λου Σαβ­βά­του, εις τους Ιε­ρούς Να­ούς. Ό­μως η πε­ρί­πτω­ση των Ε­γκω­μί­ων, του Ε­πι­τα­φί­ου Ύ­μνου δη­λα­δή, της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, εί­ναι τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κή για τους λό­γους που α­να­φέ­ρα­με προ­η­γου­μέ­νως και για τού­το ό­χι α­πλώς ε­συ­νε­χί­σα­με την ω­ραί­α αυ­τή πα­ρά­δο­ση και θα την συ­νε­χί­ζω­με, αλ­λά ε­φρο­ντί­σα­με λα­μπρο­τέ­ρα η σύ­να­ξη να τε­λή­ται και η συμ­με­το­χή του Λα­ού α­θρό­α να κα­τα­στή προς τι­μήν της υ­πε­ρευ­λο­γη­μέ­νης Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας. Έ­τσι η η­μέ­ρα των Ε­γκω­μί­ων, στο Μο­να­στή­ρι της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, α­μιλ­λά­ται εις αί­γλην, κα­τά τα τε­λευ­ταί­α έ­τη και εις συμ­με­το­χήν Λα­ού, την πα­νή­γυ­ριν της 15ης Αυ­γού­στου.
Εί­μαι βέ­βαιος ό­τι και ε­φέ­τος κα­τά την Α­κο­λου­θί­α των Ε­γκω­μί­ων, τα πλή­θη των Πα­τρέ­ων, θα κα­τα­κλύ­σουν τον Να­ό της Υ­πε­ρευ­λο­γη­μέ­νης Δέ­σποι­νας του κό­σμου και την ιε­ρά μάν­δρα της, το παν­σε­βά­σμιο δη­λα­δή Μο­να­στή­ρι της και ι­κε­τευ­τι­κά θα στα­θούν ε­νώ­πιον της χα­ρι­το­βρύ­του Ει­κό­νος της, για να την ε­γκω­μιά­σουν με­τά των Αγ­γέ­λων και των Α­γί­ων του Θε­ού.
Εί­μαι πε­πει­σμέ­νος, ό­τι πλη­θύς ευ­λα­βών Χρι­στια­νών, πρε­σβύ­τε­ροι με­τά νε­ω­τέ­ρων, νε­α­νί­σκοι και παρ­θέ­νοι και στό­μα­τα νη­πί­ων και θη­λα­ζό­ντων, αί­νον θα κα­ταρ­τί­σουν, συ­νω­δά τω Γα­βρι­ήλ και τω μα­κα­ρι­στώ Μη­τρο­πο­λί­τη Πα­λαιών Πα­τρών Διο­νυ­σί­ω, ε­γκω­μιά­ζο­ντες «την των ου­ρα­νών Πλα­τυ­τέ­ραν».
Εί­μαι α­κό­μα βέ­βαιος, ό­τι κα­τά την ώ­ρα που θα λι­τα­νεύ­ω­με την, εκ­πά­γλου ου­ρα­νί­ου χά­ρι­τος πα­να­γί­α μορ­φή της Πα­νά­γνου Κό­ρης, θα βιώ­σω­με ε­σω­τε­ρι­κό ιε­ρό συ­γκλο­νι­σμό, ιε­ρά συ­γκί­νη­ση και ά­φα­το δέ­ος, ο­ρώ­ντες την ευ­σέ­βεια να ξε­χυ­λί­ζη α­πό τις καρ­διές, ε­νώ τα πλή­θη των πι­στών, θα συ­νω­στί­ζω­νται, ως κατ΄  έ­τος συμ­βαί­νει, προ­κει­μέ­νου να ψαύ­σουν την α­γί­α της Ει­κό­να, βα­στα­ζο­μέ­νην εις τας χεί­ρας του Η­γου­μέ­νου της Μο­νής.
Σας προ­σκα­λού­με και ε­φέ­τος, σ΄ αυ­τό το ου­ρά­νιο ά­μα και ε­πί­γειο πα­νη­γύ­ρι, ό­που «τα ά­νω τοις κά­τω συ­νε­ορ­τά­ζει και τα κά­τω τοις ά­νω συ­νο­μι­λεί», για να πά­ρω­με δύ­να­μη, να α­ντλή­σω­με ελ­πί­δα, να ε­ξα­σφα­λί­σω­με ε­πι­στη­ριγ­μόν και βε­βαί­αν ε­νί­σχυ­ση στην τό­σο δύ­σκο­λη πο­ρεί­α μας.
Σας πα­ρα­κα­λού­με να α­νη­φο­ρί­σε­τε στον ιε­ρό λό­φο, ό­που της Πα­να­γί­ας μας το Μο­να­στή­ρι και προ­σκύ­νη­μα, να α­νέλ­θε­τε εις το «ό­ρος» της Με­γα­λό­χα­ρης Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης και να ε­νώ­σε­τε την πα­ρα­κλη­τι­κή φω­νή σας με την ι­κε­σί­α και την δέ­η­ση του Ε­πι­σκό­που σας και των Πα­τέ­ρων της Μο­νής την προ­σευ­χη­τι­κή ε­πί­κλη­ση.
* Για τον κό­σμο ό­λο, ο ο­ποί­ος ευ­ρί­σκε­ται σε φο­βε­ρή δί­νη και φρι­κτή σκο­το­δί­νη, εξ’ αι­τί­ας των πολ­λών α­μαρ­τιών και της με­γά­λης α­πο­στα­σί­ας α­πό τον Θε­ό.
* Για την Πα­τρί­δα μας, η ο­ποί­α, υ­πο­φέ­ρει ως μη ώ­φε­λεν, κρί­μα­σιν οις οί­δεν ο Θε­ός, και η ο­ποί­α ε­να­γω­νί­ως α­να­ζη­τεί έ­ξο­δο α­πό την κρί­ση και την α­πελ­πι­σί­α, που ως έ­να α­παί­σιο νέ­φος ε­πι­κά­θη­σαν στον ου­ρα­νό της.
* Για το γέ­νος μας γε­νι­κώς, το ο­ποί­ο έ­χα­σε, προς και­ρόν πι­στεύ­ο­με, την πνευ­μα­τι­κή του πυ­ξί­δα, υ­ιο­θε­τή­σαν αλ­λό­τρια και ξέ­να πρό­τυ­πα ζω­ής, μα­κράν των υ­πό του Θε­ού πα­ρα­δε­δο­μέ­νων και υ­πό των ε­τών δο­κι­μα­σμέ­νων ιε­ρών α­λη­θειών και α­ξιών.
* Για τους έ­χο­ντας στα χε­ριά τους τις τύ­χες της χώ­ρας μας, ώ­στε:
α) Να τους φω­τί­ζη ο Θε­ός, προ­κει­μέ­νου να ε­πι­λέ­γουν κά­θε φο­ρά τα συμ­φέ­ρο­ντα και πρό­σφο­ρα για τον τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο Λα­ό μας μέ­τρα, χω­ρίς να δί­δουν γη και ύ­δωρ, στους ε­πι­θυ­μού­ντας να κα­τα­πί­ουν, ως λέ­ο­ντες, την ικ­μά­δα αυ­τού του ευ­γε­νούς Λα­ού.
β) Να εί­ναι έ­τοι­μοι α­νά πά­σαν στιγ­μή, ώ­στε να υ­ψώ­νουν φω­νή, υ­πέρ των α­δι­κου­μέ­νων και κα­τα­πο­νου­μέ­νων α­πό τα δυ­σβά­στα­κτα βά­ρη που συ­νε­χώς ε­πι­βάλ­λουν οι δα­νει­στές μας και δυ­νά­στες μας Ευ­ρω­παί­οι και τα ο­ποί­α κα­θη­με­ρι­νώς, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, πιέ­ζουν και γο­να­τί­ζουν μι­κρούς και με­γά­λους.
γ) Να υ­πε­ρα­σπί­ζω­νται, ε­πό­με­νοι ταίς θυ­σί­αις των α­γω­νι­στών υ­πέρ πί­στε­ως και πα­τρί­δος, τα ιε­ρά και ό­σια της φυ­λής μας και την ε­θνι­κή μας α­κε­ραιό­τη­τα και α­νε­ξαρ­τη­σί­α, την ο­ποί­α με την θαυ­μα­στή προ­στα­σί­ας της Πα­να­γί­ας μας, ως Υ­περ­μά­χου Στρα­τη­γού, ε­πι­τύ­χα­με.
* Για τα παι­διά μας, που βα­σα­νί­ζο­νται σε έ­να κό­σμο, πνευ­μα­τι­κά γη­ρα­σμέ­νο και πο­λι­τι­στι­κά πτω­χευ­μέ­νο, προ­κει­μέ­νου να βρούν την πο­ρεί­α τους. Πού υ­πο­φέ­ρουν α­πό α­νερ­γί­α, α­πό έλ­λει­ψη ο­ρά­μα­τος στην ζω­ή και α­πό την α­βε­βαιό­τη­τα για το μέλ­λον, α­φού το σύ­στη­μα, ό­πως «εν α­μαρ­τί­αις πολ­λαίς» διε­μορ­φώ­θη, ε­τσά­κι­σε τα φτε­ρά τους και τα κα­τή­ντη­σε νυ­κτω­μέ­νους στρα­το­κό­πους α­πο­στα­σμέ­νων ή το χει­ρό­τε­ρο σβη­μέ­νων ελ­πί­δων.
Να φω­τί­ση Κύ­ριος ο Θε­ός τους νέ­ους μας, ώ­στε διά πρε­σβειών της Πα­να­γί­ας μας, να κα­τα­νο­ή­σουν ό­τι η ζω­ή έ­χει α­ξί­α μό­νο ό­ταν ο άν­θρω­πος εί­ναι ε­νω­μέ­νος με τον Θε­ό, ό­ταν έ­χη ε­μπι­στο­σύ­νη στην Εκ­κλη­σί­α που εί­ναι η με­γά­λη και φι­λό­στορ­γη μά­να μας, ό­ταν η ό­λη μας βιο­τή εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νη α­πό τις πνευ­μα­τι­κές α­ξί­ες που κρά­τη­σαν όρ­θιο αυ­τό τον τό­πο ε­πί τό­σους αιώ­νες.
Να α­ντι­λη­φθούν, ό­τι χρειά­ζε­ται α­γώ­νας και α­ντί­στα­ση για να ε­πι­τευ­χθούν τα α­γα­θά της ζω­ής και να δια­σω­θή η α­ξιο­πρέ­πεια και το «κατ’ ει­κό­να και καθ’ ο­μοί­ω­σιν Θε­ού», του αν­θρω­πί­νου προ­σώ­που.
* Για την πό­λη μας, την Πά­τρα, την ο­ποί­α τό­σο α­γά­πη­σε ο Θε­ός και για τον φω­τι­σμό της και την σω­τη­ρί­α της, έ­στει­λε τον Πρω­τό­κλη­το Α­πό­στο­λό Του, ο ο­ποί­ος ό­χι μό­νο ε­δί­δα­ξε, αλ­λά και μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το υ­πέ­στη ε­πί του Χια­στού Σταυ­ρού, πορ­φυ­ρώ­σας με το αί­μα του τον ευ­λο­γη­μέ­νο τό­πο μας.
Να πα­ρα­κα­λέ­σω­με για την πό­λη μας, με τα τό­σα και τέ­τοια προ­βλή­μα­τα, που ό­λους ό­σοι την α­γα­πά­με δεν μας α­φή­νουν «να δώ­σω­με ύ­πνον τοις ο­φθαλ­μοίς η­μών και τοις βλε­φά­ροις η­μών νυ­σταγ­μόν» και τα ο­ποί­α δεν θα κα­τω­νο­μά­σω­με, ού­τε θα α­πα­ριθ­μί­σω­με τώ­ρα, προ­κει­μέ­νου ου­δέ­να να στε­νο­χω­ρή­σω­με.
* Να ι­κε­τεύ­σω­με για αυ­τόν τον τό­πο, που, πα­ρά την τό­ση ο­μορ­φιά του και τα δώ­ρα του Θε­ού, α­ντι­με­τω­πί­ζει τό­σες δυ­σκο­λί­ες, γεύ­ε­ται πολ­λές α­δι­κί­ες και δο­κι­μά­ζει, πολ­λά­κις, πό­νο δυ­σβά­στα­κτο και με­γά­λο.
Και κα­θώς με­τα­φέ­ρο­μαι, νο­ε­ρώς στις αυ­λές της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, ή­δη βιώ­νω τις συ­γκλο­νι­στι­κές στιγ­μές και το ξέ­σπα­σμα της ευ­λα­βεί­ας σας α­δελ­φοί, την ώ­ρα που λι­τα­νεύ­ε­ται η μορ­φή της Πα­να­κη­ρά­του και Πα­νά­γνου Κό­ρης και εί­τε εν ε­γρη­γόρ­σει, εί­τε εν εκ­στά­σει, α­κού­ω τα πλή­θη των ευ­σε­βών ό­που γης και την κτί­ση ο­λό­κλη­ρη, να ε­νώ­νουν μα­ζί σας την βα­θειά τους ι­κε­σί­α και φω­νή λι­γυ­ρά να προ­σφθέγ­γω­νται προς την Γορ­γο­ε­πή­κο­ο, την Ε­λε­ού­σα, την Γλυ­κο­φι­λού­σα, την Πα­ντά­νασ­σα και Γη­ρο­κο­μί­τισ­σα:
«Ά­ρον σου τα όμ­μα­τα Μα­ριάμ
και ί­δε ευ­σπλά­χνως, τους ει­κό­νι σου τη σε­πτή,
πα­ρε­στώ­τας
Κό­ρη και σε πα­ρα­κα­λού­ντας
και πλή­ρω­σον αι­τή­σεις,
τού­των Πα­νύ­μνη­τε».

Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...