Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Ἀπό τόν βοῦρκο στόν οὐρανό...

Ἀπό τόν βοῦρκο στόν οὐρανό...

(Ἀξίζει νά διαβάσῃς ἀδελφέ μου αὐτό τό κείμενο γιά μιά μορφή πού ἔχει πολλά νά πῇ, γιά τό χθές, τό σήμερα καί τό αὔριο).
   Toῦ Σεβασμιωτάτου  Μητροπολίτου Πατρῶν
κ.κ. Χρυσοστόμου

  Καθώς ἑτοιμάζεται τό καράβι νά φύγῃ, τρέχει μιά κοπέλα νά προφτάσῃ. Καί ἐνῶ προσπαθεῖ νά τρυπώσῃ κάπου χωρίς νά τήν ἀντιληφθοῦν, κάποιος τήν βλέπει. Δέν ἤθελε καί πολύ νά τήν ἀναγνωρίση∙ ἦταν γνωστή στήν πόλη. Ὄχι γιά τήν ἀρετή της ἤ γιά κάποιες σπουδαῖες πράξεις πού ἴσως θά μποροῦσε νά  κάνῃ. Τήν γνώριζαν ἀπό τήν ......ἁμαρτία.
    Ά, ἡ Μαρία εἶναι... «Πρέπει  νά πληρώσῃς γιά νά μπῇς στό καράβι» τῆς εἶπε κάποιος. Τό καράβι φεύγει ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια μέ κόσμο πού ἔχει προορισμό τούς Ἁγίους Τόπους.
     «Δέν ἔχω νά πληρώσω», ἀπαντᾶ μέ αὐθάδεια ἡ Μαρία.
    «Τότε θά μείνῃς ἀπ’ ἔξω».
    Ἀλλά... ἡ συμφωνία... εἶχε ἤδη γίνει.
   Ἡ Μαρία ...θά ἐργαζόταν μέσα στήν ἁμαρτία στό πλοῖο, ὁπότε δέν χρειαζόταν τό εἰσιτήριο.
  «Πῶς δέν κατάπιε ἡ θάλασσα τό πλοῖο ἐκείνη τή νύχτα... μόνο ὁ Θεός ξέρει», γράφει κάποιος Ἅγιος της Ἐκκλησίας.
     Τό πλοῖο φτάνει στόν προόρισμό του. Ἡ Μαρία ἀκολουθεῖ τούς πολλούς. Πᾶνε νά προσκυνήσουν στόν Πανάγιο Τάφο.
    Ὡραῖα!... σκέφτεται... θά βρῶ ἐκεῖ πολλά θύματα γιά νά ἁμαρτήσω.
    Καί νά... μπροστά στήν πόρτα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τόσο πλατειά καί τόσο μεγάλη. Ὅλοι μπαίνουν, βιάζονται νά προσκυνήσουν τήν πλάκα τῆς Ἀποκαθηλώσεως, τό φρικτό Γολγοθά, τόν Τάφο τοῦ Σωτῆρος.
   Ὅμως... γιατί; ...Ἡ Μαρία προσπαθεῖ νά μπῇ στόν Ναό τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλά κάποια δύναμη δέν τήν ἀφήνει... Καί μιά... καί δύο... καί τρεῖς φορές... Ἀδύνατον ὅμως. Καί ἐνῶ τά μάτια τῆς νεαρῆς Μαρίας ἦταν καρφωμένα στή γῆ...στό χῶμα... στήν ἁμαρτία... κάτι τά τραβάει ... τά ἑλκύει στό βάθος τοῦ Ναοῦ.
   Βλέπει μπροστά της τόν Τίμιο Σταυρό καί τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἡ ψυχή ἀναγνωρίζει τήν ἀγκαλιά τῆς ἀγάπης...τήν σπλαγχική ματιά...Τό βλέμμα τό γεμάτο ἱλαρότητα. Καί τότε ἡ καρδιά μπόρεσε μέσα ἀπό τά ἀγκάθια καί τά λασπόνερα, νά κραυγάσῃ στήν Μάνα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπαντοχή ὅλου του κόσμου.
    «Παναγία μου, ἄφησε μέ νά μπῶ στήν Ἐκκλησία καί δέν θά ἁμαρτήσω ποτέ πιά».
   Οἱ πόρτες ἄνοιξαν διάπλατα... Ὁ οὐρανός γέμισε χαρά... τό σκοτάδι δραπέτευσε ἀπό τήν ψυχή τῆς Μαρίας...Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ἔδωσαν τήν θέση τους στήν οὐράνια χάρη...Τά δάκρυα ξεπλένουν τήν ψυχή καί τό σῶμα ἀπό τή λάσπη καί τή φθορά.
   Λουσμένη ἡ ψυχή τῆς Μαρίας, στό λουτρό τῆς Μετανοίας, παίρνει τό δρόμο τόν δύσκολο, τόν ἀνηφορικό, τόν τραχύ, γιά νά φτάσῃ στόν Πατέρα.
   Θά περάσουν ἀπό τότε σαράντα ὁλόκληρα χρόνια. Τά μόνα ἐφόδια... γιά σαράντα χρόνια- γιά σκεφτεῖτε το ἀδελφοί-τά μόνα ἐφόδια , ἕνα καρβέλι ψωμί καί ὅ,τι φοροῦσε ἡ Μαρία τήν ὥρα πού ἔφυγε ἀπό τόν Πανάγιο Τάφο.
   Σαράντα χρόνια στήν ἔρημο πέραν  τοῦ Ἰορδάνου.
   Ἄνθρωπο δέν εἶδε ποτέ.
  Αὐτή μόνη, ὁ Θεός καί ἡ ἔρημος μέ τά στοιχεῖα τῆς φύσεως.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...